Wednesday, 19 July 2023

Μάριου Χάκκα, «Ο μπιντές» (διήγημα)

 

 Humorous Birthday With Cartoon Bidet I Meant Happy B Day (1681190)

Μάριου Χάκκα, «Ο μπιντές» (διήγημα)


Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ
τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω
παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα,
μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους
ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και
τώρα νιώθαμε κούφιοι.


Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και
νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος
καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη
σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και
μ' έπιασε κόψιμο, τα 'κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα
ωραία, ώς και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη
δουλειά, τ' άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια
πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να
μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία
χωρίς να τ' ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα
κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου
έρχονται γέλια.


Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες.
Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι
με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν
κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ.
Τί να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε,
αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται.
Πάντως, μ' αυτά και μ' αυτά, βρέθηκα μ' όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι
κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τί σιδερωμένα
πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τί καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια,
στο καντίνι που λένε.


Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και
σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια.
Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και
πιο άνετη.


Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια
παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι
στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω
γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το
γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε
η περιπέτεια. Μ' έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο.
Ας είναι.


Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την
κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο
δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που
πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία
δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε
Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές,
αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι
κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι
χρόνων.


«Κάποτε θα 'ρθει και της τουαλέτας η ώρα», έλεγα στη γυναίκα μου που
με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει
να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τί ήταν
πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα
πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να
γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα
μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που
σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω
ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ' απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά
και μπιντέ.


Τ' άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια
χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε
και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ'
άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου
για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό
του, το 'να μάτι μπλε τ' άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και
πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα
με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε:
Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τί
λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή — ένα
σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να
πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;


Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου
(αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά
άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π'
ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα.
Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και
σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ,
είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει
στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.


Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν'
αναπνεύσω λιγάκι, ν' ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας
παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ' τ' αυτοκίνητα.
Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή.
Έστησα το αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε
μεταβληθεί σ' ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και
πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες
καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.


[πηγή: Μάριος Χάκκας, Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1978, σ. 259-263]

Γιάροσλαβ Χάσεκ, Μια τίμια γυναίκα

 Crime Puzzle (2021) Review — wine and a kdrama


Γιάροσλαβ Χάσεκ, Μια τίμια γυναίκα



 



Χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανθρώπων, είναι να μην επιστρέφουν τα πράγματα που
βρίσκουν. Οι άνθρωποι γενικά έχουν πολύ ελαστική συνείδηση, όταν βρίσκουν ξένα
πράγματα. Δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να τα επιστρέψουν. Τους τραβούν σαν
μαγνήτες τα ξένα αυτά πράγματα. Τα νιώθουν δικά τους και πολύ δύσκολα μπορούν να
τ' αποχωριστούν. Εξάλλου, το να χάνει κανείς κάτι έγινε καθημερινό φαινόμενο
πια. Διαφορετικά η πρώτη φράση θα έχανε την αξία της.



Όταν ακόμα δεν υπήρχαν εφημερίδες κι η ανθρωπότητα βρισκόταν ακόμα σε πρωτόγονη
κατάσταση, οι άνθρωποι έχαναν και τότε τα πράγματά τους όπως και σήμερα. Π.χ. ο
κυνηγός των παλιών χρόνων έχανε το πέτρινο τσεκούρι του και άλλα αντικείμενα,
που ξαναβρίσκονταν μετά από μερικές χιλιετηρίδες. Απ' αυτά τα ευρήματα γέμισαν
τα Μουσεία και οι ιδιωτικές συλλογές.



Με την εξέλιξη του πολιτισμού κρίθηκε απαραίτητο να ρυθμιστεί και νομικώς η
σχέση του πολίτη που χάνει κάτι μ' εκείνον που το βρίσκει. Έτσι λοιπόν έγινε
ένας ειδικός νόμος, που τον ονόμασαν «απόκρυψη ευρέσεως χαμένων αντικειμένων».
Για να απαλύνουν κάπως τις αυστηρές του διατάξεις, πρόσθεσαν και μια παράγραφο
για αμοιβή του τίμιου ευρετού. Έκτοτε η τιμιότητα αμείβεται με το δέκα τοις
εκατό της αξίας του χαμένου αντικειμένου, που βρέθηκε και παραδόθηκε στον κάτοχό
του. Πριν από τον πόλεμο μου έτυχε κι εμένα μια τέτοια περίπτωση. Μόνο που οι
αρχές -ίσως από άγνοια- δεν πρόσεξαν την παράγραφο, που προβλέπει την αμοιβή για
τον τίμιο ευρετή. Το πράγμα έχει ως εξής:



Κάποτε σουλατσάροντας νύχτα στην Πράγα βρήκα ένα κέρμα των δέκα χέλερ. Αμέσως
έτρεξα στο αστυνομικό τμήμα όπου και παρέδωσα ολόκληρο το ποσό στον αστυνομικό
υπηρεσίας. Έπειτα εξέφρασα την επιθυμία να δημοσιευθεί τ' όνομά μου στις
εφημερίδες και να πάρω την αμοιβή μου, δηλαδή ένα χέλερ. Κάλεσαν τότε, τον
αστυνομικό επιθεωρητή. Μόλις με είδε φώναξε ότι με γνωρίζει καλά τι είμαι, και
γι' αυτό θα με κρατούσε τη νύχτα εκεί. Το πρωί με παρουσίασαν σ' έναν κύριο στον
πρώτο όροφο, που μου πήρε μια κατάθεση. Σύμφωνα με το «Νόμο», καταδικάστηκα σε
πέντε κορόνες πρόστιμο, επειδή... κορόιδεψα τις αρχές. Σε περίπτωση, που δεν θα
είχα χρήματα η ποινή θα μεταβαλλόταν σε σαρανταοκτώ ώρες κράτηση. Προτίμησα το
δεύτερο. Ορκίστηκα τότε, ότι σε περίπτωση που θα 'βρισκα κάτι, δεν θα το
παρέδιδα πια. Δυστυχώς δεν βρήκα από τότε τίποτε άλλο, εκτός από ένα μωρό
αφημένο σ' ένα διάδρομο, όπου βρέθηκα για να σφίξω τη ζώνη μου. Το μωρό το άφησα
εκεί που βρισκόταν.



Η Άννα Μπούκλοβα, παραδουλεύτρα από το Σεστρόβιτσε, πήγαινε κατά τις πέντε το
πρωί προς την τοποθεσία «Αμπέλια», όπου θα έπλενε τα ρούχα μιας οικογενείας.
Περνώντας όμως από τις γραμμές κοντά στο μοναστήρι, σκόνταψε πάνω σε κάτι.
Ασυναίσθητα κοίταξε προς τα κάτω. Με την έμφυτη εξυπνάδα της διαπίστωσε αμέσως
ότι ήταν ένα δερμάτινο πορτοφόλι. Το άνοιξε. Μέσα υπήρχαν λογής λογής χαρτιά,
που δεν καταλάβαινε το περιεχόμενό τους. Επειδή όμως από τη φύση της ήταν μια
καλόκαρδη και τίμια γυναίκα, έτρεξε γρήγορα στην αστυνομία και παρέδωσε το
πορτοφόλι στον αστυνομικό υπηρεσίας. Αυτός εξέτασε το περιεχόμενό του και
κιτρίνισε. Έπειτα σηκώθηκε και με φωνή που έτρεμε της είπε:



- Συγχαρητήρια! Βρήκατε εφτά εκατομμύρια οκτακόσιες ενενήντα έξι χιλιάδες
κορόνες, σε τσεκ. Μπορούν να εξαργυρωθούν στην προεξοφλητική τράπεζα της
Βοημίας.



Η Άννα Μπούκλοβα κοίταξε τον αστυνομικό με γουρλωμένα μάτια και επανέλαβε:



- Εφτά εκατομμύρια οκτακόσιες ενενήντα έξι χιλιάδες!



- Ναι, είπε πάλι ο αστυνομικός σοβαρά. Εφτά εκατομμύρια οκτακόσιες ενενήντα έξι
χιλιάδες κορόνες! Καθίστε, θα πάρω την κατάθεσή σας.



- Αξιότιμε κύριε, για όνομα του Θεού, αφήστε με να πάω στη δουλειά μου, τον
παρακαλούσε η Άννα Μπούκλοβα και άρχισε να κλαίει. Δεν φταίω για το πορτοφόλι.
Πρέπει να πάω στην περιοχή των αμπελιών για να πλύνω κάτι ρούχα. Σκόνταψα από
απροσεξία.



- Αγαπητή μου κυρία, μόνο για το τυπικό. Μια τέτοια περίπτωση πρέπει να την
εξετάσει η υπηρεσία. Τ' όνομά σας θα δημοσιευθεί στις εφημερίδες. Πώς λέγεστε;



-Χριστέ και Παναγία! Και η Άννα Μπούκλοβα ξέσπασε σε κλάματα. Τέτοια ντροπή!
Ξυπνάω το πρωί τίμια γυναίκα και το βράδυ να φιγουράρω στις εφημερίδες. Παναγία
μου, δεν θα τ' αντέξω. Σ' όλη μου τη ζωή τυραννιέμαι σαν το σκυλί. Από το
Στρεζορίτσε πάω στ' Αμπέλια, από τ' Αμπέλια στο Λίμπεν. Παντού πλένω ρούχα. Από
το Λίμπεν πάω στο Χλουμπότσεπι για να συγυρίσω τα σπίτια. Ο άντρας μου πίνει, τα
παιδιά μου τριγυρίζουν με σχισμένα ρούχα κι εγώ φοράω το τελευταίο μου φόρεμα.



Η φωνή της πνίγηκε.



- Μα, κυρία μου, την καθησύχασε ο αστυνομικός˙ είναι καθήκον μου να σας πάρω
κατάθεση και να την περάσω στο πρωτόκολλο. Μην κλαίτε, το βλέπετε ότι πρόκειται
για εκατομμύρια.



- Θεέ μου, συνέχισε η Άννα Μπούκλοβα και το κλάμα της συνεχιζόταν πιο γοερό.
Πρόκειται για εκατομμύρια! Εγώ όμως δεν έκανα τίποτε. Να μου τύχει τέτοιο κακό
τώρα στα γεράματα! Μου φτάνει να κερδίζω με τον ιδρώτα μου λίγα χρήματα, τόσα
όσα φτάνουν για ν' αγοράζω στα παιδιά μου λίγο ψωμί. Όλα ακρίβηναν κι αν ζητήσω
μια κορόνα παραπάνω για σαπούνι θα με πετάξουν στο δρόμο. Τότε πρέπει να ψάχνω
να βρω άλλη δουλειά. Δεν χάρηκα ποτέ στη ζωή μου, αλλά και δεν έκλεψα ποτέ. Έχω
πλύνει τόσα πολλά ξένα ρούχα, που μου είναι αδύνατο να τα μετρήσω.



- Κυρία μου, ησυχάστε! Πρόκειται για το δέκα τοις εκατό.



- Δεν θέλω να έχω καμιά σχέση με ποσοστά, κύριε. Αφήστε με να πάω στο σπίτι! Δεν
αντέχω πια. Στις εφτά πρέπει να βρίσκομαι στ' Αμπέλια, διαφορετικά τα ρούχα θα
παραβράσουν.



Ο αστυνομικός την κοίταζε οργισμένος, χτύπησε το πορτοφόλι στο τραπέζι και
φώναξε:



-Αρκετά ως εδώ. Πώς ονομάζεστε;



- Αννα Μπούκλοβα, απάντησε η τίμια γυναίκα ανάμεσα στ' αναφιλητά.



- Πού μένετε;



.- Στο Στρεζοβίτσε.



-Οδός;



- Κεντρική οδός.



-Αριθμός;



- Εξήντα εφτά.



- Γεννηθήκατε;



- Μάλιστα, κύριε, η συγχωρεμένη η μάνα μου...



- Σας ρωτώ, πότε γεννηθήκατε.



- Στα 1872.



-Πού;



- Στο σπίτι.



- Ναι, αλλά πού, στην Πράγα; Στην επαρχία;



- Στην επαρχία.



- Θεέ και κύριε, πού ακριβώς;



- Στο Ζράσλαβ, κοντά στην Πράγα.



- Περιφέρεια... Νομός... Μα τι έγινε; λιποθυμήσατε;



Μόλις συνήλθε η γυναικούλα, η ανάκριση συνεχίστηκε και τέλειωσε ως εξής:



- Έχετε αξιώσεις για το δέκα τοις εκατό; Να είστε σαφής.



- Θεός φυλάξει, κύριε. Αφήστε με να φύγω. Η μακαρίτισσα η μάνα μου έλεγε: Οι
τίμιοι αμύνονται ως το τέλος.



-Αφού είναι έτσι, υπογράψτε τότε το πρωτόκολλο.



- Στ' όνομα του Πατρός και του Υιού, αναστέναξε η Άννα Μπούκλοβα και υπόγραψε με
μια μονοκοντυλιά.



Τέσσερις ώρες αργότερα εμφανίστηκε στη διεύθυνση της αστυνομίας ένας νεαρός, που
έδειχνε για Αμερικάνος.



- Έχω χάσει, είπε με σπασμένα γερμανικά, πορτοφόλι μου. Αυτό πρέπει να είναι από
τσέπη μου πέσει τελευταία νύχτα. Ανάφερε το ποσόν και τον αριθμό των τσεκ.



Έπειτα συνέχισε, πως δεν ενδιαφέρεται και τόσο για τα λεφτά, όσο για τις
σπουδαίες επαγγελματικές σημειώσεις, που περιέχει μέσα, για τη φτηνή αγορά
εντοσθίων από χήνες. Του πήραν μια κατάθεση. Όταν του είπαν έπειτα ότι αυτή που
βρήκε τα χρήματα παραιτήθηκε από την αμοιβή του δέκα τοις εκατό, ο βασιλιάς των
εντοσθίων από χήνες είπε:



-Καλά, καλά.



Έπειτα έφυγε, αφού αρνήθηκε να σημειώσει τη διεύθυνση της Άννας Μπούκλοβα.



Οι βραδινές εφημερίδες αφιέρωσαν ολόκληρες στήλες για την τίμια γυναίκα, που δεν
δέχθηκε ένα τόσο μεγάλο ποσό.



Η Άννα Μπούκλοβα, όμως, μεταφέρθηκε το βράδυ στο νοσοκομείο. Ο άντρας της την
έκανε μαύρη στο ξύλο, όταν διάβασε στις βραδινές εφημερίδες το περιστατικό.



μτφρ. Λ Ολύμπιος



 


 

Tuesday, 18 July 2023

Πράξεις των Αποστόλων- Ιωάννης Πανουτσόπουλος

 Famous Abstract Art Paintings List | Popular Paintings in the Abstract Art  Genre

 Από την ποιητική συλλογή του Ιωάννη Πανουτσόπουλου «Πράξεις των Αποστόλων» (εκδ. Τόπος).

 Σ’ αυτόν τον κόσμο είναι όλα τακτοποιημένα
Τόσο εξασφαλισμένο ότι ο σπινθήρας δεν θα βάλει φωτιά
Η επανάσταση έχει τόσο πολύ αντιγράψει τη συντήρηση
Τα πνευματικά δικαιώματα του επιτηρούμενου καταλήγουν
Απρόσκοπτα στην τσέπη του επιτηρητή
Και μόνον η ανταρσία του φυσικού κόσμου υπενθυμίζει
Τον τρόπο που έχουν δεθεί τα γήινα με τα επουράνια
Όταν ακόμα και στην πιο ανέφελη μέρα
Νιώθουμε την ανάγκη να δεηθούμε σ’ ένα σύννεφο
Ένα σύννεφο με παντελόνι
Ασορτί με το καλό μας κασκέτο.

(«Δεόμενοι στην επανάσταση», αποσπ.)

Saturday, 15 July 2023

Δήλωση - Γιώργος Σεφέρης

 Γιώργος Σεφέρης: 5 εξαιρετικά ποιήματα του Νομπελίστα λογοτέχνη -  Thessaloniki Arts and Culture

 Δήλωση - Γιώργος Σεφέρης

 






Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να
κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω,
αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.

     Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’
αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967,
και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε
που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη
μου.

     Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο
επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με
όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:

     Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου
αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο
περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.

     Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές
αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε
κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για
ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον
κίνδυνο.

     Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές
καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει,
αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει,
συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο
μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.

     Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και,
μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο
και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον
γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία
πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.


     Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

 
28 Μαρτίου 1969


(από το βιβλίο: Νέα κείμενα 2, Κέδρος 1971)






Friday, 14 July 2023

Ρίζες (Γιώργος Σεφέρης)

 

Ρίζες (Γιώργος Σεφέρης)

 

 

Ο Γιώργος Σεφέρης με την αδερφή του Ιωάννα και τον αδερφό του Άγγελο στη Σκάλα Βουρλών, το 1907

 

«Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι· δεν
ήμασταν ποτέ απομονωμένοι· μείναμε πάντα ανοιχτοί σε όλα τα ρεύματα
-Ανατολή και ∆ύση· και τ’ αφομοιώναμε θαυμάσια τις ώρες που
λειτουργούσαμε σαν εύρωστος οργανισμός … Συνταραζόμαστε κι εμείς,
δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, από διαδοχικές κρίσεις, αποκαλυπτικές
εφευρέσεις και φόβους, που δεν αφήνουν τον ανθρώπινο νου να ηρεμήσει
-σαν την καλαμιά στον κάμπο. Μπροστά σ’ αυτά, τι μας μένει για να
βαστάξουμε αν απαρνηθούμε τον εαυτό μας; ∆ε μένω τυφλός στα ψεγάδια μας,
αλλά έχω την ιδιοτροπία να πιστεύω στον εαυτό μας.









Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που
μνημονεύω εδώ προσωπικές εμπειρίες· δεν έχω άλλο πειραματόζωο από εμένα.
Και η προσωπική μου εμπειρία μου δείχνει πως το πράγμα που με βοήθησε,
περισσότερο από κάθε άλλο, δεν ήταν οι αφηρημένοι στοχασμοί ενός
διανοουμένου, αλλά η πίστη και η προσήλωσή μου σ’ έναν κόσμο ζωντανών
και περασμένων ανθρώπων· στα έργα τους, στις φωνές τους, στο ρυθμό τους,
στη δροσιά τους. Αυτός ο κόσμος, όλος μαζί, μου έδωσε το συναίσθημα πως
δεν είμαι μια αδέσποτη μονάδα, ένα άχερο στ’ αλώνι. Μου έδωσε τη δύναμη
να κρατηθώ ανάμεσα στους χαλασμούς που ήταν της μοίρας μου να ιδώ. Κι
ακόμη, μ’ έκανε να νιώσω, όταν ξαναείδα το χώμα που με γέννησε, πως ο
άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον
ακρωτηριάσουν.





Κι όλα τούτα θα μπορούσα να τα ονομάσω
με τη λέξη παράδοση, που την ακούμε κάποτε ψυχρά και μας φαίνεται
υπόδικη. Αλήθεια, υπάρχουν ροπές που νομίζουν πως η παράδοση μας στρέφει
σε έργα παρωχημένα και ανθρώπους παρωχημένους· πως είναι πράγμα
τελειωμένο και άχρηστο για τις σημερινές μας ανάγκες· πως δεν μπορεί να
βοηθήσει σε τίποτε τον σημερινό τεχνοκρατικό άνθρωπο που γνώρισε
φριχτούς πολέμους και φριχτότερα στρατόπεδα συγκεντρώσεως· αυτόν τον
άνθρωπο που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην κατάσταση του θηρίου και την
κατάσταση του ανδροειδούς. Η παράδοση είναι λοιπόν ένα περιττό βάρος που
πρέπει να εξοβελιστεί. Μου φαίνεται πως αυτές οι ροπές εκπορεύουνται
από τη σύγχρονη απελπισία για την αξία του ανθρώπου. Είναι τα συμπτώματα
ενός πανικού, που εν ονόματι του ανθρώπου τείνουν να κατακερματίσουν
την ψυχή του ανθρώπου. Όμως τι απομένει αν βγάλουμε από τη μέση τον
άνθρωπο;».





* Απόσπασμα από ομιλία στη
Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 16 Απριλίου 1964,
δημοσιευμένη σε: «∆οκιμές», τόμ. 2, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974.

Thursday, 13 July 2023

Χόρχε Μπουκάι: Γράμμα στην κόρη μου

 

Χόρχε Μπουκάι: Γράμμα στην κόρη μου

 

Πριν πεθάνω,κόρη μου, θα’ θελα να’ μαι σίγουρος ότι σου έμαθα:

 Να χαίρεσαι τον έρωτα~

Να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου~

Να αντιμετωπίζεις τους φόβους σου~

Να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή~

Να ζητάς βοήθεια όταν

τη χρειάζεσαι~

Να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς~

Να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις~

Να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου~Να είσαι φίλη του εαυτού σου~

Να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς~

Να ξέρεις πως αξίζεις να σ’ αγαπάνε~

Να μιλάς στους άλλους τρυφερά~

Να αγαπάς και να φροντίζεις το παιδάκι που έχεις μέσα σου~

Να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων~

 Να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων~

Να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση από το γεγονός

Να δίνεις γιατί θέλεις,ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωσή σου~

Να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό~

Να μην επιβάλλεις τα κριτήριά σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους~

Να λες το ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές~

Να ρισκάρεις περισσότερο~

Να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου~

Να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου~

Να φέρεσαι και να απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό~

Να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις το παρόν~

Να εμπιστεύεσαι τη διαίσθησή σου~

Να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλο~

Να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου~

Να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι~

Να μεγαλώνεις μαθαίνοντας από τις αποτυχίες σου~

Να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο.


Wednesday, 12 July 2023

Ο Ερευνητής (του Jorge Bucay)

 8,500+ Man In The Cemetery Stock Photos, Pictures & Royalty ...

Ο Ερευνητής (του Jorge Bucay) 

 

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή.. 


Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει. 


Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει.
Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. 


Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη
του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που
πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε. 


Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από
μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή
ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη
πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον
περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. 


Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει. 


Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ' εκείνο το μέρος. 


Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις
λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα. 


Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. 


Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι' αυτό ανακάλυψε
εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ' τις πέτρες: Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8
χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες. 


Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα. 


Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ' εκείνο το μέρος. 


Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια
επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8
μήνες και 3 εβδομάδες. 


Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. 


Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος. 


Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες. 


Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. 


Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος
που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα
χρόνια ... 


Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει. 


Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. 


Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή. 


«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ' αυτό το
χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά
παιδιά θαμμένα σ' αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που
βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα
νεκροταφείο για παιδιά:» 


Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε: 


«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω ... 


»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του
του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο
λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα,
κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και
σημειώνει: 


Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε. 


Στ' αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση. 


»Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το
μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο;
Τρεις και μισή:» 


»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του
πρώτου φιλιού ... Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο
μέρες; Μια εβδομάδα; 


»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού; 


»Και ο γάμος των φίλων; 


»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε; 


»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; 


»Πόσο κράτησε στ' αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; 


»Ώρες; Μέρες; 


Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε ... Κάθε λεπτό.


»Οταν κάποιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό
του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω
στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός
χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ»

Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας

Αναλυτικά το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστερ...