Showing posts with label ΠΑΣΟΚ. Show all posts
Showing posts with label ΠΑΣΟΚ. Show all posts

Monday, 22 August 2022

Κόμματα Νέου Τύπου, Διανοούμενοι Νέου Τύπου (Άγγελος Ελεφάντης) COMMONALITY Αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ

 


Δεκατρία
χρόνια κλείνουν σήμερα από το θάνατο,
στις 29 Μαΐου του 2008, του συντρόφου μας
Άγγελου Ελεφάντη, εμβληματικού μάχιμου
διανοούμενου της ελληνικής κομμουνιστικής
ανανέωσης και συνιδρυτή της «Εποχής».
Φέτος κλείνουν, επίσης, σαράντα χρόνια
από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία,
το 1981, και τριάντα χρόνια από την έκδοση,
το 1991, του κλασικού βιβλίου Στον
αστερισμό του λαϊκισμού, στο οποίο
ο κομμουνιστής Ελεφάντης παρουσίασε
–όπως πάντα χωρίς φόβο, αλλά με πάθος
και αναλυτική διαύγεια– τις απόψεις
του για το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου,
που κάποιοι ήθελαν να το λένε «κίνημα».


Τιμώντας
σήμερα τη μνήμη του Άγγελου, αρχικά
σκεφτήκαμε να αναδημοσιεύσουμε κάποιο
από τα άρθρα του γι’ αυτό το κόμμα το
οποίο, όπως είχε γράψει ο ίδιος στον
«Πολίτη» ήδη από το 1978, «από την σκοπιά
του σοσιαλισμού» μας είχε αφήσει «παγερά
αδιάφορους», ή ορισμένα αποσπάσματα
από το προαναφερθέν βιβλίο του, για το
οποίο μίλησε με επαινετικά λόγια ο
Σεραφείμ Σεφεριάδης στη συνέντευξή του
που δημοσιεύτηκε εδώ στις 9 Μαΐου.


Για
διάφορους λόγους, καταλήξαμε σε μια
τρίτη επιλογή: να αναδημοσιεύσουμε ένα
άρθρο του για τα μέσα ενημέρωσης, που
γράφτηκε στην «Εποχή», στις 6 Ιουνίου
1993, το οποίο κατά την γνώμη μας πέρα από
την αριστοτεχνική γραφή του θεωρούμε
ότι εξακολουθεί να είναι επίκαιρο.


 


Χ.
Γο.


 


 


Η
αγορά των ΜΜΕ, ενώ λογίζεται ελεύθερη
και ανοιχτή, είναι η πιο κλειστή που
υπάρχει. Λογίζεται ως η πλέον πλουραλιστική,
όπου ο κάθε πολίτης είναι αγοραστής και
ισότιμος πωλητής των διακινουμένων σ’
αυτήν προϊόντων, όπου δηλαδή, για να
χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα της
κλασικής πολιτικής οικονομίας, προσφορά
και ζήτηση βρίσκονται σε πλήρη αρμονία,
η ζήτηση τροφοδοτεί την προσφορά και η
προσφορά γεννά τη ζήτηση μέσα από μια
άμεση και ισότιμη σχέση αγοραστή και
πωλητή. Η αγορά των ΜΜΕ, στην οποία
διακινούνται μηνύματα, ειδήσεις,
ψυχαγωγία, εικόνες του κόσμου, ιδέες
και ιδεολογίες, λογίζεται ως η κατ’
εξοχήν αυτορρυθμιζόμενη χάρη σε
ταχύτατους αυτοματισμούς, επαληθεύσιμους
αυτοστιγμή με βάση τα κυκλοφοριακά
δεδομένα των εφημερίδων και τα δεδομένα
ακροαματικότητας για την ηλεκτρονικό
Τύπο. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται
για την κατ’ εξοχήν μονοπωλιακή αγορά
όπου ο παραγωγός καθορίζει κατ’
αποκλειστικότητα τους όρους και τους
κανόνες, καθώς και το είδος του εμπορεύματός
του, περιοριζόμενος μόνο από τον
ανταγωνισμό των ανταγωνιστών και
αποκλείοντας από τους
αγοραστές-καταναλωτές-θεατές/αναγνώστες
κάθε ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης
ή συμμετοχής. Οι μικροεπεμβάσεις, π.χ.
τα τηλεφωνήματα που οι ακροατές λένε
τα δικά τους, είναι κι αυτές στοιχεία
του ίδιου παιχνιδιού. Η προσφορά είναι
το παν. Γι’ αυτό, παίρνοντας υπόψη τη
σημερινή λειτουργία των ΜΜΕ, τίποτε δεν
είναι πιο αναντίστοιχο προς την
πραγματικότητα από την ωραία σκέψη του
Σαρτρ για τον ελεύθερο άνθρωπο που όχι
μόνο διαλέγει ελεύθερα την εφημερίδα
του κάθε πρωί, αλλά επιλέγοντάς την
δεσμεύει όλη την ανθρωπότητα να κάνει
το ίδιο. Σήμερα, τίποτε δεν είναι πιο
λανθασμένο από την αντίληψη ότι ο
τηλεθεατής διαλέγει ελεύθερα το κανάλι
που θέλει κι αν θέλει πατάει ελεύθερα
το κουμπί και κλείνει τη συσκευή. Ο
τηλεθεατής ζει μέσα στην σκλαβιά του
ζάπινγκ, το ζάπινγκ είναι τα δεσμά του.


 


***


 


Τα
ΜΜΕ είναι εξουσιαστική δομή, από τις
σκληρότερες που εφηύρε η ανθρωπότητα,
τα ΜΜΕ είναι εξουσία. Παράγουν λόγο
πολιτικό, συμβολικό κεφάλαιο, παράγουν
ιδεολογία, μονοπωλούν τους μηχανισμούς
παραγωγής ιδεολογίας, παράγουν την
κοινή γνώμη κόβοντας συνάμα όλους τους
διαύλους ανάδρασης. Το αποδεικνύουν ο
ταχύτατα αυξανόμενος χρόνος παρακολούθησης
της τηλεόρασης, η απορρόφηση του
μεγαλύτερου μέρους του ελεύθερου χρόνου
σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες για άτομα
όλων των ηλικιακών και κοινωνικών
τάξεων. Το αποδεικνύουν, επίσης, οι
ονομαζόμενες εκπομπές λόγου, οι
τηλεοπτικές συζητήσεις: επαγγελματίες
της πολιτικής, της τέχνης ή της επιστήμης,
που συνήθως επιλέγονται με κριτήρια
υποτίθεται αξιοκρατικά λόγω συγκεκριμένης
αρμοδιότητας, ως επαϊοντες ή ως εκπρόσωποι
μερίδων της κοινής γνώμης, ανταλλάσουν
απόψεις, συζητούν ή και συγκρούονται
μπροστά σε ένα κοινό εξατομικευμένο,
μοναδοποιημένο και απομονωμένο στους
τοίχους του σπιτιού του. Σκηνοθετείται
με αυτόν τον τρόπο μια πάλη πραγματική
ή πλασματική –συνηθέστατα το αντικείμενο
της διαμάχης είναι και πραγματικό και
ουσιώδες– δίνουν στην πάλη τη μορφή
τελετουργίας, θεάτρου ή θεάματος. Ή
μάλλον στον μοναδιαίο άνθρωπο που
παρακολουθεί παρέχεται μόνο η σκηνοθεσία,
το θέαμα και του αντικειμένου και της
πάλης. Αυτές οι τηλεοπτικές συζητήσεις
εικονίζουν τέλεια την πλήρη αυτονόμηση
του πολιτικού παιχνιδιού, την εξώνηση
του πολίτη, τον εξανδραποδισμό του στο
σκλαβοπάζαρο του ζάπινγκ.


 


***


 


Τα
προηγούμενα κάπως αξιωματικά και πολύ
πρόχειρα αραδιασμένα θα μου χρησιμεύσουν,
ωστόσο, να θίξω μιαν άλλη διάσταση των
ΜΜΕ που σχετίζεται με την πολιτική-ιδεολογική
τους λειτουργία. Σε ένα παλαιότερο
κείμενο εδώ είχα χαρακτηρίσει τα ΜΜΕ
«κόμματα νέου τύπου», αφανείς μεν,
υπαρκτότατες δε πολιτικές δομές εξουσίας,
ή δομές εξουσίας που μαζί με άλλες
συμμετέχουν αποφασιστικά στη συνολική
δομή της εξουσίας, έχοντας ενίοτε, και
για ορισμένα θέματα, μεγαλύτερη ισχύ
από τα καθαυτό πολιτικά κόμματα. Θα
επέμενα σε αυτό το χαρακτηριστικό των
ΜΜΕ ως «κομμάτων νέου τύπου», ως μηχανισμών
εξουσίας. Κάθε εξουσία εξουσιάζει,
καταναγκάζει. Σε αυτήν την αγορά των
ΜΜΕ, η κύρια πλευρά του καταναγκασμού
βρίσκεται στο γεγονός ότι το κοινό δεν
έχει άλλη επιλογή από το να παραιτηθεί,
να αποποιηθεί ακόμη και την έφεση της
αυτοπρόσωπης πολιτικής συμμετοχής, και
εν τέλει να αφεθεί στο θέαμα που του
παρέχει η μόνιμη οργάνωση του
φαντασιακού-συμβολικού του κόσμου, η
οποία αναπαριστά και αναπαράγει την
τάξη του κόσμου και τις κατευθύνσεις
που το άτομο καλείται ή εξαναγκάζεται
να ακολουθήσει. Αλλά αν αυτή είναι η
πολιτική και ιδεολογική λειτουργία των
ΜΜΕ θα ήταν εντελώς μηχανιστική, η
αντίληψη που θα’ βλεπε ότι αυτά τα νέα
κόμματα φτιάχτηκαν επειδή κάποιος
κεφαλαιούχος έβαλε λεφτά, μάζεψε
τεχνικούς, δημοσιογράφους, αρθρογράφους,
εκφωνητές, καλλιτέχνες, ρεπόρτερ κλπ,
«έστησε», όπως λένε, έναν ραδιοφωνικό
σταθμό, μια εφημερίδα ή ένα τηλεοπτικό
κανάλι, άρχισε να πουλάει και ο κόσμος
αναγκάστηκε να αγοράζει μην έχοντας τι
άλλο να κάνει. Στην πραγματικότητα ,τα
πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα μέσα
σε αυτόν τον εσωτερικό κόσμο των ΜΜΕ.
Γιατί η οικονομική διαδικασία
επένδυση-παραγωγή-πώληση αφήνει έξω
ένα ερώτημα: Γιατί το κοινό εξαναγκάζεται
να αγοράζει αυτό το εμπόρευμα, να μπαίνει
μέσα σε μια διαδικασία που το αλλοτριώνει
και το αποπολιτικοποιεί; Ποιος ή τι το
αναγκάζει; 
Κανείς
και τίποτε
.


 


***


 


Πράγματι
κανείς δεν με εξαναγκάζει να αγοράζουμε
εφημερίδες ή να βλέπουμε τηλεόραση, δεν
ασκείται υλική βία πάνω μας. Άλλωστε
είναι τόσοι και τόσοι που δεν αγοράζουν
εφημερίδες. Αλλά όλοι μας εξαναγκαζόμαστε,
στον έναν ή τον άλλο βαθμό, να μπούμε
μέσα στην αγορά των ΜΜΕ είτε ξέρουμε
είτε δεν ξέρουμε ότι η σχέση δεν είναι
αμφίδρομη. Και εξαναγκαζόμαστε διότι
έχουμε πραγματικές ανάγκες που τα ΜΜΕ
έρχονται να μας καλύψουν, ακριβώς όπως
συμμετέχουμε σε κόμματα και πολιτικές
οργανώσεις γιατί έχουμε πολιτικές και
κοινωνικές ανάγκες που τα κόμματα
έρχονται να μας καλύψουν. Κι όπως ανάμεσα
στα κόμματα και τους οπαδούς διαμορφώνεται
μια σχέση προσχώρησης, ένα consensus δηλαδή,
έτσι και στην περίπτωση των ΜΜΕ, μέσα
από μια περίπλοκη σχέση ενδιαφερόντων,
αδράνειας, παρορμήσεων, απολαύσεων,
αισθητικών προτιμήσεων, κοινωνικών και
πολιτικών αναγκών, οδηγούμαστε στο
περίπτερο ή στο κουμπί χωρίς αυτό να
βιώνεται ως ταπείνωση και εξανδραποδισμός.
Αντίθετα, μάλιστα, κατεχόμαστε συχνά
από αισθήματα ψυχικής και πνευματικής
πλήρωσης και αντιδρούμε μόνο σε αυτό
που θεωρούμε σαχλαμάρα, γυρνώντας ενίοτε
τη σελίδα ή αλλάζοντας σταθμό. Επιπλέον,
για πολύ κόσμο, η τηλεθέαση είναι ο
μοναδικός τρόπος που έχει για να περάσει
η ώρα του, όταν οι άλλοι τρόποι έχουν
χαθεί. Η τηλεθέαση είναι καθ’ εαυτή
τρόπος ζωής, αρκεί να τον συνηθίσεις.
Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα
των ΜΜΕ. Πώς θα πετύχουν τη συναίνεση,
μια συναίνεση για την οποία συχνά δεν
έχει σημασία το περιεχόμενό της αλλά
μόνο η διαδικασία: η διαδικασία του να
κοιτάζεις έστω και αν δεν βλέπεις, να
γυρνάς σελίδες έστω και αν δεν διαβάζεις.


 


***


 


Σ’
αυτή τη διαδικασία, αποφασιστικός ήταν
ο ρόλος των νέων διανοουμένων ή μάλλον
των «διανοουμένων νέου τύπου». Γιατί
για να υπάρξουν τα ΜΜΕ, και ιδίως τα
τηλεοπτικοακουστικά, ως κόμματα νέου
τύπου, χρειάστηκε να αναδειχθούν και
να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά οι
διανοούμενοι νέου τύπου. Οι διανοούμενοι
από τότε που άρχισε να χρησιμοποιείται
ο όρος αυτός για να περιγράψει μια
ορισμένη πνευματική-πολιτική λειτουργία
λόγιων ατόμων ή ομάδων-εποχή της υπόθεσης
Ντρέυφους στη Γαλλία-μέχρι κι αργότερα,
που ο όρος περιγράφει όχι απλώς άτομα
ή ομάδες ατόμων αλλά νέες κοινωνικές
κατηγορίες που διαμορφώνονται στο
πλαίσιο της πνευματικής εργασίας, οι
διανοούμενοι λοιπόν, ήταν μια 
αντιεξουσία,
ήταν μια κριτική φωνή και στάση. Γι’
αυτό οι διανοούμενοι, σε γενικές γραμμές,
ήταν άνθρωποι αριστερών φρονημάτων,
καθ’ όσον η ίδια η Αριστερά, σε όλες της
τις εκδοχές και αποχρώσεις, ήταν μια
κριτική της υπάρχουσας κατάστασης
πραγμάτων. Αντίθετα, οι διανοούμενοι
σήμερα, είτε του πανεπιστημιακοεπιστημονικού
μικρόκοσμου που ονομάζεται επιστημονική
κοινότητα είτε του καλλιτεχνικού κόσμου
είτε του κόσμου της δημοσιογραφίας και
του θεάματος, έχουν απορροφηθεί σε
κρατικές-εξουσιαστικές δομές. Δεν έχουμε
να κάνουμε με κάποιον προσωπικό, ηθικό
ή ιδεολογικό εκπεσμό του διανοουμένου
–αυτή η τόσο συχνά επαναλαμβανόμενη
ηθικολογία περί «προδοσίας των ταγών»–
αλλά με το αντικειμενικό γεγονός
απορρόφησης των διανοουμένων μέσα στις
κριτικές, επαγγελματικές δομές και τα
κόμματα νέου τύπου. Είναι το ίδιο το
μέσον που απαγορεύει ή ακυρώνει την
κριτική λειτουργία, ανεξάρτητα από την
επάρκεια ή τη διάθεση του ατόμου.


 


***


 


Αυτή
η παρατήρηση θα μας πήγαινε μακριά. Εδώ
θέλω να τονίσω μόνο ότι στον τόπο μας
και διεθνώς, τις τελευταίες δύο δεκαετίες
παρατηρούμε την ανάδυση του «νέου τύπου
διανοούμενου», ενός είδους, δηλαδή,
πνευματοπολιτικής λειτουργίας, συνάδουσας
με τις δομές της εξουσίας. Γι’ αυτό τα
ΜΜΕ, εκτός από τους εν στενή εννοία
δημοσιογράφους, τους αρθρογράφους, τους
συντάκτες, τους ρεπόρτερ, τους εκφωνητές,
τους παρουσιαστές εκπομπών, τους
σχολιαστές, τους φαρσοκωμωδούς, τους
τραγουδιστές, τους σόουμαν, τους
τεχνικούς, διαθέτουν και πολιτειολόγους,
φιλοσόφους, λογοτέχνες, γιατρούς,
υγιεινιστές, κοινωνιολόγους, γλωσσολόγους,
ιστορικούς, θεατρολόγους μικρού, μεσαίου
και μεγάλου βεληνεκούς. Αν περιορίζονταν
μόνο στο δελτία ειδήσεων, στα «νέα»,
στις ταινίες, και στα τηλεπαιχνίδια, θα
ήταν σαν εκείνο το κράτος που θα
προσπαθούσε να υπάρξει μόνο με τη βία.
Τέτοιο κράτος δεν υπήρξε ποτέ ή, όταν
κατέληξε να είναι μόνο βία χωρίς
consensus, γκρεμίστηκε. Και ΜΜΕ χωρίς τους
διανοουμένούς τους δεν θα μπορούσαν να
υπάρξουν. Είναι το άλας των ΜΜΕ. Το μέσον
βρήκε τα μέσα του, γιατί το μέσον δεν
ήταν ανιδιοτελές ούτε οικονομικά ούτε
πολιτικά. Ήθελε μεν να αλλάξει ο κόσμος,
αλλά προς την κατεύθυνση εκείνη που ο
κόσμος θα γινόταν δικός του. Το πρώτο
που χτύπησε και τσάκισε μέσα στις σελίδες
του και από τα ερτζιανά ήταν το δημόσιο.
Όπου έβλεπε δημόσιο τραβούσε πιστόλι.


 


***


 


«Η
τηλεόραση», γράφει ο γάλλος κοινωνιολόγος
Πιερ Μπουρντιέ, «συνέβαλε πολύ περισσότερο
από τις δεξιώσεις και τα σκάνδαλα στον
εκπεσμό της δημόσιας αρετής. Κάλεσε και
προώθησε στο προσκήνιο της πολιτικής
και πνευματικής ζωής πρόσωπα κενόδοξα,
που κύριο μέλημά τους ήταν να τους δει
ο κόσμος και να γίνουν γνωστοί, σε πλήρη
αντίφαση με τις αξίες εκείνης της άνευ
φέγγους αφοσίωσης προς το συλλογικό
συμφέρον που χαρακτήριζαν τον κρατικό
λειτουργό ή οπαδό. Το ίδιο εγωιστικό
μέλημα καθιέρωσης (συχνά εις βάρος των
αντιπάλων) ερμηνεύει γιατί η προβολή
από τα ΜΜΕ κατάντησε τόσο κοινή πρακτική»


Όπως
και να έχει το πράγμα, κι εκεί που υπήρξε
ποιότητα κι εκεί που περίσσεψε η ευτέλεια,
όπως σε μας, οι «διανοούμενοι νέου τύπου»
έδρασαν αποφασιστικά για την ανάπτυξη
των ΜΜΕ και τη δημιουργία του τηλεοπτικού
consensus, αυτής της απλής συνήθειας να
περνάμε μερικές ώρες της ημέρας και της
νύχτας μπροστά στο κουτί. Οι διανοούμενοι
είχαν ανάγκη το μέσον για να αναδειχθούν
και το μέσον είχε ανάγκη τους διανοουμένους,
αυτούς τους φορείς ή δημιουργούς κοινής
γνώμης, αξιών και ενημέρωσης, για να
κερδίσει το μεγάλο κοινό.


Και
πάλι ο λόγος στον Μπουρντιέ:


«Ο
αναδρομικός πανικός που καθόρισε την
κρίση του ’68, συμβολική επανάσταση που
συγκλόνισε όλους τους μικρούς κατόχους
πολιτισμικού κεφαλαίου, δημιούργησε
(με την απροσδόκητη συνδρομή της
κατάρρευσης των καθεστώτων σοβιετικού
τύπου) συνήθειες που ευνόησαν μια
πολιτισμική παλινόρθωση, όπου «η σκέψη
του Μάο» αντικαταστάθηκε από τη σκέψη
που παρήγετο στις Σχολές Κοινωνικών
Επιστημών. Ο πνευματικός κόσμος αποτελεί
σήμερα τον τόπο ενός αγώνα που αποσκοπεί
να παραγάγει και να επιβάλει τους «νέους
διανοουμένους», που σημαίνει έναν ορισμό
του διανοουμένου και του πολιτικού του
ρόλου, της φιλοσοφίας και του φιλοσόφου,
που από ‘δω και πέρα θα αναλώνεται σε
γενικές και κατά το στυλ του Αρόν
αντιπαραθέσεις μιας πολιτικής φιλοσοφίας
χωρίς κανόνες, μιας κοινωνικής επιστήμης
που έχει συρρικνωθεί στις πολιτικές
αναλύσεις της νύχτας των εκλογών και
σε ουδέτερους σχολιασμούς των εμπορικών
δημοσκοπήσεων που στερούνται μεθοδολογίας.
Ο Πλάτων χρησιμοποιούσε μια θαυμάσια
λέξη για όλους αυτούς, τη λέξη δοξόσοφος:
αυτός ο τεχνικός της κοινής γνώμης που
περνάει τον εαυτό του για σοφό και ο
οποίος θέτει τα προβλήματα της πολιτικής
με τους ίδιους όρους που τα θέτει ο
επιχειρηματίας, ο πολιτικός και ο
δημοσιογράφος (που σημαίνει αυτοί
ακριβώς που διαθέτουν την πολυτέλεια
των δημοσκοπήσεων…».)


 


***


 


Λοιπόν,
να μποϋκοτάρουμε τα ΜΜΕ; Κι εγώ βλέπω
πότε πότε τηλεόραση και περνάω τη μισή
μέρα μου διαβάζοντας εφημερίδες και
περιοδικά. Βλέποντας και διαβάζοντας,
σκέφτηκα τα προηγούμενα. Γι’ αυτό δεν
θα συμφωνούσα με τον φίλο μου Κωνσταντίνο
Τσουκαλά που στην τηλεοπτική συζήτηση
με τον γάλλο κοινωνιολόγο Τουραίν
υποστήριξε την άποψη ότι στην επικοινωνιακή
μας εποχή ο μόνος δημόσιος χώρος είναι
πλέον τα ΜΜΕ και εκεί πρέπει να παρέμβουμε,
γιατί εκεί υπάρχει η κατ’ εξοχήν
δυνατότητα άσκησης πολιτικής. Εξακολουθώ
να επιμένω ότι τα ΜΜΕ συρρίκνωσαν τον
δημόσιο χώρο, ιδιωτικοποίησαν τα πάντα,
κι ότι ο δημόσιος χώρος, με τα πραγματικά
του πολιτικά υποκείμενα, εκείνα που
παρέχουν στους πολίτες τη δυνατότητα
πολιτικής συμμετοχής, είναι ζητούμενο
και διακύβευμα. Μένει να ξαναφτιαχτεί,
να βγει έξω από το κουτί. Δεν γίνονται
διαδηλώσεις κατά των ιδιωτικοποιήσεων
με διαφημίσεις στην τηλεόραση. Ή, όταν
γίνονται, όπως το επιχείρησε η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ,
τότε η ιδιωτικοποίηση καλά κρατεί.


 


Άγγελος
Ελεφάντης












































Πηγή: Η
Εποχή

Sunday, 23 September 2018

Π. Σκουρλέτης: Το μεγάλο στοίχημα της νέας περιόδου είναι να δει ο κόσμος βελτίωση στην καθημερινότητά του





Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Κυρ. Μητσοτάκης συμφωνούν στην
επιλογή κατάρρευσης του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού
συστήματος, υποστηρίζει επίσης στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Π.
Σκουρλέτης.

«Ακριβώς εδώ είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας
περιόδου: το να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας
έχουν δοθεί έτσι ώστε να μειώσουμε τις ανισότητες, να εδραιωθεί μια νέα
αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και να δει πλέον ο κόσμος τη βελτίωση
αυτή -τουλάχιστον το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας στην
καθημερινότητά του. Εκεί πάνω, νομίζω, θα κριθεί τελικά η κυβέρνηση και
όλες οι προσπάθειές της»: αυτό δηλώνει μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό
Πρακτορείο Ειδήσεων ο νεοεκλεγείς γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του
ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρλέτης.



Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Κυρ. Μητσοτάκης συμφωνούν στην επιλογή
κατάρρευσης του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος,
υποστηρίζει επίσης στη συνέντευξή του στο Πρακτορείο ο Π. Σκουρλέτης.



Δριμεία κριτική ασκεί και στην Φ. Γεννηματά -«έχει φύγει το έδαφος
κάτω από τα πόδια της από το 2012 και μετά, και πολύ περισσότερο τα
τελευταία χρόνια», αναφέρει- και ξεδιπλώνει το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για τις
αυτοδιοικητικές εκλογές λέγοντας: «Εμείς επιδιώκουμε ισότιμες
αυτοδιοικητικές συνεργασίες με εκείνες τις δυνάμεις που μπορούμε να
συμφωνήσουμε πάνω σε συγκεκριμένα προγράμματα -και αυτό θα κάνουμε».



Ερωτάται όμως από το ΑΠΕ-ΜΠΕ για τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και σημειώνει
ότι «ο Ανδρέας Παπανδρέου, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της διακυβέρνησής
του, μπόρεσε και εξέφρασε ένα μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό που είχε
αναπτυχθεί στην ελληνική κοινωνία», αλλά περιγράφοντας συγχρόνως τη
μετεξέλιξη του Κινήματος που εκείνος ίδρυσε, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ
υποστηρίζει ότι «το όλο εγχείρημα τελικά του ΠΑΣΟΚ οδήγησε και σε μια
απονεύρωση αυτού του ριζοσπαστισμού».



Στο θέμα της διαπραγμάτευσης με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία
της Μακεδονίας και των πολιτικών επιπτώσεων που αυτή προκαλεί, ο
γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για «μεγάλη πολιτική ευθύνη του κ.
Καμμένου» να υπονομεύσει την κυβέρνηση την τελευταία στιγμή, στην
τελευταία ευθεία, λόγω της διαφωνίας του για το Μακεδονικό.



Μιλά τέλος για το προσφυγικό και την Ευρώπη, για τις σχέσεις πολιτικής και δημοσιογραφίας.



Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του γραμματέα της
Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ Πάνου Σκουρλέτη στον Νίκο Παπαδημητρίου
για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων:



Ερ.: Κύριε Σκουρλέτη, τρία χρόνια πέρασαν από την εκλογική
νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια φράση θα μπορούσε να εμπεριέχει αυτή την τριετία
και ποιο το στοίχημα για την επόμενη περίοδο;




 Απ.: Τρία χρόνια, για την ακρίβεια από τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ…



Ερ.: Σωστά…



Απ.: Η οποία ήρθε μετά από μία περίοδο έντονης αντιπαράθεσης
-αναφέρομαι στο διάστημα από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι το Σεπτέμβριο
του 2015- με τους εταίρους μας. Ένας συμβιβασμός που ήταν αναγκαίος και
ξεκίνησε μια νέα φάση. Αφού προηγουμένως -όπως θυμάστε και δεν πρέπει να
το ξεχνάμε αυτό- ο ίδιος ο ελληνικός λαός είχε σε γνώση του
περιεχόμενου της τελευταίας συμφωνίας που υπογράφηκε το καλοκαίρι του
2015 (και) ξεκίνησε μια πορεία δύσκολη με αντιφάσεις όπου όμως
ολοκληρώθηκε. Και είναι για πρώτη φορά μετά την είσοδο της χώρας στα
μνημόνια που ένα πρόγραμμα ολοκληρώνεται χωρίς να υπάρχει ανάγκη να πάμε
σε ένα καινούργιο.



Άρα αυτό είναι μια πρώτη επιτυχία. Ενώ η υλοποίηση του τελευταίου
προγράμματος έγινε με ένα τέτοιο τρόπο, όσο αυτό ήταν δυνατό ώστε να
έχει τις λιγότερες επιπτώσεις στην ίδια την κοινωνία. Χωρίς να σημαίνει
ότι δεν υπάρχουν ανοιχτές πληγές οι οποίες πρέπει να κλείσουν. Και
ακριβώς εδώ είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας περιόδου: το να μπορέσουμε
να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας έχουν δοθεί έτσι ώστε να
μειώσουμε τις ανισότητες, να εδραιωθεί μια νέα αναπτυξιακή πορεία της
οικονομίας και να δει πλέον ο κόσμος τη βελτίωση αυτή -τουλάχιστον το
μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας στην καθημερινότητά του. Εκεί
πάνω, νομίζω, θα κριθεί τελικά η κυβέρνηση και όλες οι προσπάθειές της.



 Ερ.: Και η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει να παίρνει μέτρα
υπέρ των πολιτών, να τα εξειδικεύσουμε όμως λίγο… Ακόμα και τώρα μερίδα
των θεσμών, το ΔΝΤ επί παραδείγματι, επιμένει σε σκληρή στάση στο θέμα
των συντάξεων. Από την άλλη, η κυβέρνηση επιμένει και αυτή από την
πλευρά της ότι δεν θα πάρει το μέτρο. Η μονομερής ενέργεια είναι στη
«φαρέτρα» της κυβέρνησης;




 Απ.: Σωστά επισημαίνετε ότι και σε αυτή την περίοδο θα υπάρχουν
αντιπαλότητες. Θα υπάρχουν πάντοτε δυνάμεις οι οποίες με έναν
κοντόφθαλμο τρόπο, με μια ακραία δογματική λογική θέλουν να επιβάλουν
λύσεις, οι οποίες τελικώς είναι αντικοινωνικές. Δεν υπάρχει κανένας
λόγος να εφαρμοστεί ένα μέτρο το οποίο ψηφίστηκε στην προηγούμενη
περίοδο όταν υπήρχε η αβεβαιότητα της επίτευξης των δημοσιονομικών
στόχων που είχαμε αναλάβει ως δέσμευση -και αναφέρομαι στα πρωτογενή
πλεονάσματα. Αυτό το μέτρο λοιπόν της μείωσης των συντάξεων από 1/1/2019
είναι ένα αχρείαστο μέτρο και για αυτό δεν πρέπει να εφαρμοστεί. Είναι
σαφές -όπως σας είπα- ότι θα υπάρχουν φωνές, που θα πιέζουν για κάτι
τέτοιο, διότι έχουν στο μυαλό τους και ένα άλλο μοντέλο κοινωνίας.



Θα έλεγα ότι υπάρχει μια «συγγένεια» με αυτά που λέει και ο κ.
Μητσοτάκης σε σχέση με το ασφαλιστικό, όπου στη δική του πρόταση, η
οποία φαίνεται να είναι πολύ «συγγενής» με αυτήν του ΔΝΤ. Δεν χρειάζεται
να υπάρχει ένα υγιές βιώσιμο, δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης,
αλλά θα πρέπει κατά βάση να εκχωρηθεί αυτό στον ιδιωτικό τομέα, που στην
πράξη όμως σημαίνει ότι αυτοί οι οποίοι θα απολαμβάνουν μια σύνταξη στη
ζωή τους θα είναι αυτοί οι οποίοι είχαν την τύχη την ευκαιρία, τη
δυνατότητα να έχουν συνεχώς δουλειά και κάποια αντίστοιχα εισοδήματα για
να πληρώνουν τις εισφορές τους στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες.
Αυτό όμως είναι κατάρρευση του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού
συστήματος. Αθροίζω λοιπόν τις απόψεις του ΔΝΤ με αυτές της ΝΔ για το
συγκεκριμένο ζήτημα. Εμείς ακριβώς έχουμε μια εντελώς διαφορετική λογική
και αυτή η λογική δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις δεσμεύσεις που έχουμε
αναλάβει για μια περίοδο μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος,
επαναλαμβάνω, δεν απειλούνται αυτοί οι στόχοι λόγω πλέον μιας πολιτικής η
οποία έχει δείξει ότι αποδίδει.



 Ερ.: Να αλλάξουμε θέμα… Υπάρχει περιθώριο να μεταπειστεί ο
κυβερνητικός σας εταίρος αναφορικά με τη συμφωνία με την πρώην
Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία Μακεδονίας; Αν όχι, και εφόσον υπερψηφιστεί η
συμφωνία από τη πλειοψηφία των βουλευτών, με ποιο τρόπο θα μπορεί να
σταθεί στη συνέχεια με αξιοπρέπεια η κυβέρνηση;




 Απ.: Να αλλάξει άποψη ο κ. Καμμένος και οι ΑΝΕΛ για το περιεχόμενο
της συμφωνίας το θεωρώ απίθανο. Ούτε κανείς του το ζητάει αυτό. Εκείνο
όμως το οποίο θα πρέπει κι αυτός να συνυπολογίσει είναι το εξής: εάν η
διαφωνία σε αυτό το κορυφαίο ζήτημα -αλλά που δεν αποτελεί και τη βάση
της συμφωνίας μας όταν ξεκίνησε αυτή η κυβέρνηση, η από κοινού
συγκυβέρνηση- αν είναι η αιτία για να ακυρώσει τελικά τους λόγους που
βρεθήκαμε μαζί και τον Ιανουάριο του 2015 και το Σεπτέμβριο του 2015.



Είναι λοιπόν μεγάλη πολιτική ευθύνη του κ. Καμμένου σε μια
επιτυχημένη προσπάθεια με τις αντιφάσεις, επαναλαμβάνω, με τις δυσκολίες
και από εδώ και μπρος που έχει αυτή, αλλά που έχει να περάσει ένα
σημαντικό κάβο, αυτόν της ολοκλήρωσης του προγράμματος, να την
υπονομεύσει την τελευταία στιγμή, στην τελευταία ευθεία, λόγω της
διαφωνίας του για το Μακεδονικό. Την σεβόμαστε την άποψή του, δεν του
ζητάει κανείς να αλλάξει αλλά δεν πρέπει, επαναλαμβάνω, να κάνει τέτοιες
κινήσεις που να ακυρώσουν τελικά τους λόγους που βρεθήκαμε μαζί το
Σεπτέμβριο του 2015 και τον Ιανουάριο του 2015.



 Ερ.: Οι αυξημένες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές των
τελευταίων ημερών σε συνδυασμό και με τους υψηλούς τόνους στη ρητορική
της Άγκυρας είναι κάτι που σας βάζει σε ανησυχία; Και όσον αφορά την
κατάσταση στα νησιά μας τι πρέπει να γίνει που δεν έχει γίνει ακόμα;




 Απ.: Νομίζω ότι οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση να ανησυχούμε και
εμείς ως χώρα αλλά και η Ευρώπη συνολικά. Είδατε στην πρόσφατη Σύνοδο
Κορυφής, το βασικό θέμα σήμερα που χωρίζει την Ευρώπη σε δυο στρατόπεδα
είναι η διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος. Θα υιοθετήσουμε μια λογική
εθνικής περιχαράκωσης η οποία δεν θα εξασφαλίσει και αυτά τα οποία
θέλει να εξασφαλίσει κανείς; Δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια, να
στρουθοκαμηλίζει, να θεωρεί ότι θα μείνει έξω από αυτό το παγκόσμιο
προσφυγικό κύμα ή τις μεταναστευτικές ροές, εάν δεν υιοθετήσει μια
πολιτική που να απαντάει στις «ρίζες» που γεννούν αυτό το φαινόμενο. Και
αυτή την ευθύνη την έχει συλλογικά όλη η Ευρώπη, την έχουν όλες οι
ευρωπαϊκές ηγεσίες. Εμείς έχουμε την ιδιομορφία να είμαστε το εξωτερικό
σύνορο της Ευρώπης, να υφιστάμεθα τις μεγαλύτερες πιέσεις, άρα
διεκδικούμε μια έμπρακτη στάση αλληλεγγύης από τους ευρωπαίους εταίρους.
Και προφανώς πρέπει να αξιοποιήσουμε ό,τι δυνατότητες έχουμε για να
μπορούμε πρώτα από όλα να αποσυμφορίσουμε τα ίδια τα νησιά που σήμερα
έχουν δεχθεί, μετά την αύξηση των ροών τους τελευταίους μήνες, μια πολύ
μεγάλη πίεση. Ως προς αυτό, ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής ο κ.
Βίτσας ανακοίνωσε συγκεκριμένα μέτρα τα οποία ήδη υλοποιούνται. Σήμερα,
αυτή την ώρα που μιλάμε (σ.σ. Παρασκευή πρωί) το τελευταίο 24ωρο ήδη
ξεκίνησε με την μεταφορά κάποιων εκατοντάδων προσφύγων από τη Μόρια αυτό
το σχέδιο αποσυμφόρησης. Υπάρχει ένας επανασχεδιασμός για 3.000 -αυτή
τη στιγμή- πρόσφυγες οι οποίοι θα φύγουν από τα νησιά, τα νησιά του
βορειοανατολικού Αιγαίου, που έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Και βέβαια
οι ίδιες οι συνθήκες αυτές καθαυτές στα συγκεκριμένα σημεία φιλοξενίας
πρέπει διαρκώς να επιτηρούνται ώστε να καλύπτουν με έναν αξιοπρεπή τρόπο
κάποιες στοιχειώδεις ανάγκες. Εκεί πέρα, επαναλαμβάνω, υπάρχει και μία
υποχρέωση των εταίρων μας για μια ηθική πολιτική και υλική στήριξη.



 Ερ.: Ένα από τα στοιχήματα για το ΣΥΡΙΖΑ το 2019 είναι οι
αυτοδιοικητικές εκλογές. Η κυρία Γεννηματά σας εγκαλεί για πολιτική
δειλία ότι πάτε δηλαδή -όπως υποστηρίζει- να κρύψετε την αδυναμία του
κόμματός σας πίσω από συνεργατικά σχήματα. Τι απαντάτε;




 Απ.: Νομίζω ότι η κυρία Γεννηματά δεν έχει καταλάβει τι έχει συμβεί
στον χώρο της. Εδώ έχει φύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια της από το
2012 και μετά, και πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια, και η κυρία
Γεννηματά θεωρεί ακόμα ότι βρίσκεται στις παλιές καλές εντός
εισαγωγικών, εποχές. Δεν έχει καταλάβει ότι η ίδια η κοινωνία και αυτός ο
κόσμος που εκφραζόταν από τα παραδοσιακά σχήματα της Κεντροαριστεράς
έχει προσπεράσει τα σχήματα αυτά και πολύ περισσότερο τις ηγεσίες τους.
Σήμερα υπάρχει ένας νέος πολιτικός χάρτης, υπάρχει μια εδραιωμένη
πρωταγωνιστική θέση και παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική σκηνή της
χώρας. Εμείς επιδιώκουμε ισότιμες αυτοδιοικητικές συνεργασίες με εκείνες
τις δυνάμεις που μπορούμε να συμφωνήσουμε πάνω σε συγκεκριμένα
προγράμματα -και αυτό θα κάνουμε. Μιλάμε με αυτοδιοικητικούς όρους,
σεβόμαστε την αυτονομία της αυτοδιοίκησης, θέλουμε να συγκροτήσουμε
συμμαχικά νικηφόρα εκλογικά σχήματα. Τώρα η κυρία Γεννηματά καλά θα
κάνει να μπορέσει να δώσει απαντήσεις -όπως εκείνη το αντιλαμβάνεται
προφανώς- στα μεγάλα προβλήματα στρατηγικής και πολιτικού
ετεροκαθορισμού, που χαρακτηρίζουν σήμερα το χώρο της Κεντροαριστεράς.



 Ερ.: Ευκαιρίας δοθείσης, «η Ελλάδα στρίβει αριστερά» έγραφε
στο πρωτοσέλιδό του το περιοδικό TIME, όχι τρία χρόνια πριν, αλλά το
1981. Τι ήταν τελικώς ο Ανδρέας Παπανδρέου για την Αριστερά και τι
παρακαταθήκες άφησε;




 Απ.: Είναι ένα ερώτημα πάρα πολύ μεγάλο και ξέρετε κάθε εποχή έχει
τους ανθρώπους που σφραγίζουν τις εξελίξεις. Και προφανώς η πολιτική
διαδρομή και η παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν μια τέτοια διαδρομή
που σφράγισε τα χρόνια και της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα μετά το
1981. Αλλά, ξέρετε, είναι λάθος να συγκρίνουμε πολιτικές προσωπικότητες
και συνθήκες προηγούμενων δεκαετιών με το σήμερα.



Ο  Ανδρέας Παπανδρέου, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της διακυβέρνησής
του, μπόρεσε και εξέφρασε ένα μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό που είχε
αναπτυχθεί στην ελληνική κοινωνία αλλά το όλο εγχείρημα τελικά του
ΠΑΣΟΚ, θα έλεγα ότι οδήγησε και σε μια απονεύρωση αυτού του
ριζοσπαστισμού -και θα μπορούσα να αναφερθώ σε μεγάλες ευθύνες αυτής της
διαδρομής αυτού του ιστορικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, και για την
κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος και για το πώς αντιλαμβανόταν τα
ζητήματα των κοινωνικών ανισοτήτων της ανάπτυξης. Το πώς διαχειρίστηκε
την ίδια την παρουσία και το ρόλο του δημόσιου τομέα και το πώς τελικά
από ένα σημείο και έπειτα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, σε μια
προγραμματική συμπληρωματικότητα με τη ΝΔ διαμόρφωσαν ένα διπολικό
πολιτικό σύστημα, το οποίο οδήγησε στην κοινωνική και οικονομική
χρεοκοπία.



 Ερ.: Και ένα τελευταίο ερώτημα. Πολιτική και δημοσιογραφία:
Κανόνες δεοντολογίας; Πιστή τήρηση του συνταγματικού και νομικού
πλαισίου; Εμπάργκο; Τι εν τέλει χρειάζεται για την αποκατάσταση μιας
διαταραγμένης σχέσης;




 Απ.: Προσέξτε όταν η δημοσιογραφία δεν λειτουργεί στη βάση της δικής
της δεοντολογίας, όταν δεν υπάρχει η βασική αρχή του ρεπορτάζ ότι
διασταυρώνουμε την είδηση, τότε η ίδια δεν επιτελεί το καθήκον της. Και,
ταυτόχρονα, η ίδια η λειτουργία της δημοκρατίας αποστερείται από μια
τέτοια δημοσιογραφική παρουσία-λειτουργία, που αυτό νομίζω ότι είναι
κάτι πάρα πολύ κακό. Δυστυχώς έχουν πολλαπλασιαστεί τα φαινόμενα
ανθρώπων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, οι οποίοι έχουν πάρει διαζύγιο με
αυτή τη δημοσιογραφική δεοντολογία.



Περισσότερο λειτουργούν κάποιοι δεν είναι συνολικοποιώ, ούτε
τσουβαλιάζω. Αλλά είναι αυτοί ίσως που ακούγονται περισσότερο ως
εντολείς συγκεκριμένων κατευθύνσεων και παίζουν ένα πολύ συγκεκριμένο
ρόλο εξυπηρέτησης συμφερόντων, και λιγότερο ως άνθρωποι οι οποίοι
υπηρετούν τη δημοσιογραφία. Η οποία προφανώς έχει τις οπτικές της, κάθε
μέσο έχει την αντίληψή του για τα πράγματα, την οπτική του για το πώς
αντιλαμβάνεται τα γεγονότα, την κοινωνία, την πολιτική -και αυτό νομίζω
ότι είναι η γοητεία, αυτός ο πλουραλισμός στο χώρο των ΜΜΕ.  Όλα αυτά
δυστυχώς έχουν συρρικνωθεί -και νομίζω ότι οφείλουμε όλοι, είτε πολιτικά
κόμματα, είτε κοινωνικοί φορείς, είτε προσωπικότητες του χώρου να
μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία της είδησης της
δημοσιογραφίας.



Δυστυχώς δεν είμαι αισιόδοξος ότι τα πράγματα κινούνται προς μια
τέτοια κατεύθυνση. Άλλωστε μετά από αυτήν την έντονη σχέση
επιχειρηματικών συμφερόντων με δημοσιογραφικά συγκροτήματα των
προηγούμενων δεκαετιών, τις σχέσεις διαπλοκής που χαρακτήρισαν το
πολιτικό μας σύστημα, τώρα πια έχουμε μπει σε μια ακραία πλέον κατάσταση
όπου όλα αυτά που λέγαμε πριν, τα υγιή στοιχεία της δημοσιογραφίας
έχουν υποχωρήσει. Χρειάζεται μια προσπάθεια λοιπόν, εξυγίανσης του
τοπίου -και αυτό νομίζω ότι είναι και ατομική και συλλογική ευθύνη. Και
είναι μια πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση που πρέπει να την κάνουμε με
νηφαλιότητα, με αυτοπεριορισμό από τον καθένα επιδιώκοντας οι όποιες
αντιπαραθέσεις να γίνονται στη βάση πραγματικών διαφωνιών και όχι στη
βάση άλλου είδους καταστάσεων και τεχνητών πολώσεων και συγκρούσεων.




Monday, 10 November 2014

Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου Ο.Μ. Αγίας Παρασκευής







Υπήρξαν δημοσιεύματα στον Τύπο, όπου
παραπληροφορούν το κοινό ότι ο πρώην Δήμαρχος Αγίας Παρασκευής Β.
Γιαννακόπουλος, μαζί με άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, προσχώρησαν στη Σοσιαλιστική
Τάση του ΣΥΡΙΖΑ.





Θέλουμε να ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΟΥΜΕ τον κόσμο της Αγίας
Παρασκευής ότι η προσχώρηση σε οποιαδήποτε τάση του ΣΥΡΙΖΑ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ την
ιδιότητα του μέλους του ΣΥΡΙΖΑ. Ως εκ τούτου, η παραπληροφόρηση έγκειται στο
ότι ο κ. Βασίλης Γιαννακόπουλος ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να είναι μέλος ούτε της
Σοσιαλιστικής τάσης, ούτε του ΣΥΡΙΖΑ, αφού ουδέποτε έγινε αποδεκτός, και ούτε
και πρόκειται
, από την Οργάνωση Μελών του ΣΥΡΙΖΑ Αγίας Παρασκευής.





Μπορεί, λοιπόν, ο συμπαθής πρώην Δήμαρχος,
πρώην συνδικαλιστής, πρώην πολιτευτής να συνεχίσει να αναζητά αλλού τα πολιτικά
σωσίβια που χρειάζεται για την καριέρα του, μακριά από όλους και όλες εμάς, που
ερχόμαστε ακριβώς για να ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ την Ελλάδα που αυτοί απαξίωσαν με τις
«λαμπρές σταδιοδρομίες» τους.





Καλούμε, παράλληλα, όλους και όλες που αγωνιούν
και θέλουν να αγωνιστούν για αυτή την Ελλάδα, ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΜΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ και
να ενταχθούν μαζικά και με ενθουσιασμό στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, να ΚΑΝΟΥΜΕ την
ΕΛΠΙΔΑ ΠΡΑΞΗ.







Το γραφείο τύπου της Ο.Μ.                                                    10/11/2014

ΣΥΡΙΖΑ Αγίας Παρασκευής 

Friday, 2 August 2013

Ο καιρός στη στρατηγική της Αριστεράς

Ο καιρός στη στρατηγική της Αριστεράς
«Εμείς, ο λαός!»
του Στέφανου Δημητρίου
«Την γαρ όντως ούσαν βασιλικήν […] γιγνώσκουσαν την αρχήν τε και ορμήν των μεγίστων εν ταις πόλεσιν εγκαιρίας τε πέρι και ακαιρίας»: «γιατί η αληθινή βασιλική επιστήμη […] γνωρίζει όντως πότε είναι η κατάλληλη, η έγκαιρη περίσταση και πότε η περίσταση είναι άκαιρη, για να αρχίσουν και να τελεσθούν τα πιο μεγάλα εγχειρήματα στις πόλεις»
(Πλάτωνος, Πολιτικός 305 d).

Παρίσι, Ιούνιος 1936.
Απεργία των εργατών της αυτοκινητοβιομηχανίας Delahaye.
Φωτό: Roger-Viollet

Αποδίδω ελεύθερα το χωρίο, το οποίο δείχνει ότι η πολιτική --που, στονΠολιτικό, δεν είναι τέχνη, αλλά γνώση, και μάλιστα, η σπουδαιότερη («βασιλική επιστήμη»)-- είναι αυτή που αξιολογεί μια κατάσταση, τηνπερίστασιν, για να αποφανθεί για το έγκαιρον ή το άκαιρον αυτής.Έγκαιρον ή άκαιρον, όμως, ως προς τι; Τι καθορίζει το «εγκαιρίας τε πέρι και ακαιρίας»; Η περίστασις είναι έγκαιρος ή άκαιρος σε σχέση με το πολιτικό εγχείρημα: αυτό θα αναμορφώσει, με την επιτυχή του τέλεση, την περίσταση. Θα αλλάξει την κατάσταση, αλλά θα αλλάξει και αυτούς που θα το τελέσουν, γιατί η περίστασις είναι, εκ της εννοίας της, «γύρω από». Στην παρούσα περίσταση, είναι γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και γύρω από τη Δεξιά, καθώς και την «Άκρα Δεξιά».

Όποια από αυτές τις δυνάμεις αξιολογήσει και καθορίσει το έγκαιρον ή το άκαιρον της περιστάσεως, αυτή θα αναδιαμορφώσει την κατάσταση, εκμεταλλευόμενη όλους τους υπαρκτούς, στην περίσταση, πρόσφορους παράγοντες, που μπορούν να την οδηγήσουν να κυριαρχήσει σε αυτήν. Όταν η περίστασις είναι εύκαιρος, όταν είναι ευεπίφορη γι’ αυτό τον παρεμβατικό καθορισμό και την αξιοποίηση του δυναμικού της, τότε η πολιτική αναδιαμόρφωσή της γίνεται έγκαιρος. Αυτό που πρέπει να φοβάται ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πιθανή ακαιρία των εγχειρημάτων του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανάμεσα στο έγκαιρον και το άκαιρον της πολιτικής

Δεν χρειάζονται άλλα για την έννοια του καιρού, έννοια σημαντική στον Γοργία και δεσπόζουσα στον Πολιτικό, έναν μεθοδολογικό διάλογο που μας διδάσκει πώς να σκεφτόμαστε, βάσει προβλημάτων και ζητούμενων ορισμών, που οργανώνουν τη σκέψη μας. Θα πρέπει να σκεφτούμε την πολιτική μας στρατηγική με βάση την έννοια του καιρού και τη διαίρεσή του στο έγκαιρον και το άκαιρον των εγχειρημάτων, σε συνάφεια με το δυναμικό της περίστασης. Ποια είναι τα γνωρίσματα της περίστασης που θα μας επιτρέψουν να αξιολογήσουμε σωστά το δυναμικό της, ώστε το πολιτικό μας εγχείρημα, αυτό που θα την αλλάξει, να είναι έγκαιρον; Η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι πολιτική αυξημένης διακινδύνευσης. Εκτελώντας εντολές, καταστρέφει τη χώρα. Δεν έχει σχέδιο· το σχέδιό της είναι ένα τέταρτο, ολετήριο Μνημόνιο. Το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ αποσκοπεί στη στήριξη του πολιτεύματος και των θεσμών, στην άρση των αδικιών, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Πρωτίστως, όμως, αποσκοπεί στη μάχη της επιβίωσης. Μαζί με το πολίτευμα και τη λαϊκή κυριαρχία, απειλείται και η επιβίωση του λαού.

Η διαπραγμάτευση με τη Γερμανία είναι πολιτική διακινδύνευσης. Δεν υπάρχουν περιθώρια για οτιδήποτε άλλο. Η πολιτική και η διαπραγμάτευση ορίζονται με βάση τη διακινδύνευση. Η κυβέρνηση δεν κάνει πολιτική. Στην πολιτική δεν λες απλώς «ναι». Σε μια διαπραγμάτευση, για να σου πουν «ναι» σε κάτι, θα πρέπει να έχεις πει «όχι» σε κάτι άλλο. Θα πρέπει να πούμε το «όχι» στον αφανισμό της κοινωνίας, την κατάρρευση του Συντάγματος και της δημοκρατίας. Η διακινδύνευση είναι πάντοτε επί των ορίων, και η κατάσταση είναι αναμφιλέκτως οριακή. Το θέμα είναι για ποιον θα παραμείνει οριακή: Για την κοινωνία ή για την ολιγαρχία του πλούτου, των φοροαπαλλαγών και του δουλεμπορίου των εργαζομένων; Η εξασφάλιση της επιβίωσης του λαού και η προστασία της δημοκρατίας συνδέονται.

Ας δούμε άλλο ένα γνώρισμα του καιρού. Η μεσαία τάξη, που είχε μάθει να είναι κραταιή, εξαθλιώνεται. Τι κάνει, όταν εξαθλιώνεται; Φοβάται. Φοβάται πολύ. Και ο φοβισμένος απαιτεί ασφάλεια. Αυτό είναι το άκαιρον της περίστασης. Αυτή την ακαιρίαν πρέπει να αποφύγουμε, διότι στο δίλημμα «δημοκρατία ή ασφάλεια;» θα κερδίσει η ασφάλεια. Την ασφάλεια την εγγυάται η Άκρα Δεξιά, με κόστος τη δημοκρατία (ή τουλάχιστον πείθει γι’ αυτό, άσχετα με το αν, στην πραγματικότητα, μπορεί να την εγγυηθεί). Είναι ακριβό πολίτευμα η δημοκρατία. Δεν είναι το πολίτευμα των πεινασμένων. Η δική μας ακαιρία μπορεί να επιτρέψει στους αντιπάλους να εκμεταλλευτούν εκείνοι το εύκαιρον και το έγκαιρον της περίστασης.

Εξηγούμαι. Ο άλλοτε προοδευτικός κόσμος του ΠΑΣΟΚ δεν βρίσκεται πλέον εκεί. Αν δεν ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ, καταγράφεται στους αναποφάσιστους των δημοσκοπήσεων. Είναι άνθρωποι βαθύτατα απογοητευμένοι από το καταρρέον πολιτικό σύστημα, οι οποίοι αναζητούν ριζοσπαστικές λύσεις. Η ριζοσπαστικοποίηση όμως δεν είναι αυτονοήτως αριστερή και προοδευτική. Μπορεί να οδηγεί και στην Άκρα Δεξιά. Εδώ εντοπίζεται το έγκαιρον της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πρέπει να αποτελέσει συγχρόνως τον φορέα της ριζοσπαστικής πολιτικής, αλλά και της πολιτικής των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων: αποκατάσταση της κατώτατης σύνταξης και του κατώτατου μισθού, επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, αναβάθμιση του κοινοβουλίου, στήριξη του κράτους δικαίου, αναδιοργάνωση του κοινωνικού κράτους και, πρωτίστως, φορολογική μεταρρύθμιση προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διατηρήσει τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής προοπτικής, αλλά και να αποτελέσει πρόμαχο της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των συντακτικών αρχών της δημοκρατικής πολιτείας.

Πιθανή απαλοιφή των ριζοσπαστικών του χαρακτηριστικών ενδέχεται να οδηγήσει αυτό το τμήμα της κοινωνίας προς αντιδημοκρατικές, ακροδεξιές επιλογές. Πιθανή απόκλιση από την υπεράσπιση της δημοκρατίας και του συνταγματισμού, που απειλούνται από την πολιτική του Μνημονίου, θα δικαιώσει την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης», διά της οποίας η κυβέρνηση υποβαθμίζει το Κοινοβούλιο και παρακάμπτει το Σύνταγμα. Για το Μνημόνιο, η δημοκρατία αποτελεί πρόσκομμα, που πρέπει να παρακαμφθεί. Για μεγάλο μέρος, όμως, της κοινωνίας δεν είναι προτεραιότητα η προάσπιση της δημοκρατίας, αλλά η επιβίωση. Αυτό είναι το εύκαιρον της περίστασης για τον ΣΥΡΙΖΑ: πρέπει να οργανώσει τη μάχη για την επιβίωση του λαού, όπως το ΕΑΜ οργάνωσε την καθημερινότητα των ανθρώπων. Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ο στόχος είναι ο ίδιος: η αντιμετώπιση της πείνας και της εξαθλίωσης. Δεν είναι ίδια η κατάσταση. Θα πρέπει όμως να διακριβώσουμε την αναλογική ομοιότητα των περιστάσεων, για να εντοπίσουμε την εγκαιρίαν του εγχειρήματος.

«Κατάσταση έκτακτης ανάγκης», αυτοί. Λαϊκή κυριαρχία, εμείς: «Εμείς, ο λαός!»

Εάν ισχύουν τα ανωτέρω, τότε το έγκαιρον της περίστασης, για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι τώρα. Λίγο πριν, ήταν νωρίς. Πιο μετά, θα είναι αργά. Θα είναι ίσως αργά και για την κοινωνία και για τη Δημοκρατία, καθώς μπορεί να έχει συντελεσθεί η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της εξαθλιούμενης μεσαίας τάξης προς την Άκρα Δεξιά. Εάν, πράγματι, αυτή είναι η εγκαιρία της περιστάσεως για τον ΣΥΡΙΖΑ, τότε αυτός, διά του προέδρου του, θα πρέπει να ζητήσει εκλογές, αλλά και να ορίσει ο ίδιος το πρόβλημα. Να αναλάβει αυτός και να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, και όχι η πατριδοκάπηλη και υποτελής στο Μνημόνιο κυβερνώσα Δεξιά, η συμφυρόμενη με την Άκρα Δεξιά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ορίσει το πρόβλημα των εκλογών, ώστε να αξιώσει οι υπόλοιποι να τοποθετηθούν επ’ αυτού. Η προτεινόμενη λύση δεν μπορεί παρά να ενέχει διακινδύνευση. Η διακινδύνευση μπορεί και να αναδείξει την προοπτική της ανόρθωσης της κοινωνίας. Η υποταγή στο Μνημόνιο ενέχει διακινδύνευση για τους πολλούς, εξασφάλιση για τους σύγχρονους μαυραγορίτες, αναπόδραστη κατάρρευση για την κοινωνία και τη δημοκρατία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διαπραγματευτεί με τη δική του πλήρη πρόταση, με ένα δικό του «μνημόνιο» που δεν θα διασώζει τις τράπεζες σε βάρος της κοινωνίας, ούτε τους κερδοσκόπους, διαπλεκόμενους, φοροφυγάδες επιχειρηματίες-καναλάρχες και ενοικιαστές εργαζομένων, δηλαδή ανθρώπων. Αυτό επέτρεψαν οι κυβερνήσεις των Μνημονίων: επέτρεψαν σε εργοδότες να νοικιάζουν ανθρώπους. Ποια δημοκρατία μπορεί να το ανέχεται αυτό και να παραμένει δημοκρατία;

Οι εκλογές θα κρίνουν αν θα προκύψει ανορθολογική και πατριδοκτόνος υποταγή στο Μνημόνιο, με συνέπεια την κατάρρευση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, ή ανόρθωση της κοινωνίας, επιβίωση του λαού και διασφάλιση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της λαϊκής κυριαρχίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει, τώρα, να ζητήσει να εκφραστεί η λαϊκή βούληση, για να αποφασίσει ο λαός για την τύχη τη δική του και της πατρίδας. Η λαϊκή κυριαρχία είναι πυρήνας και του δημοκρατικού πατριωτισμού και της δημοκρατικής-σοσιαλιστικής προοπτικής που καθορίζουν την ταυτότητά μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αναδειχθεί πρόμαχος της δημοκρατίας, της επιβίωσης του λαού και της λαϊκής κυριαρχίας, τώρα. Θα πρέπει να αναπροσδιορίσει τον χώρο του γενικού συμφέροντος. Πιο μετά, ίσως να είναι αργά για τη λαϊκή βούληση, επειδή ο εξαθλιωμένος λαός μπορεί, άβουλος, να εγκαταλειφθεί στο ερεβώδες κενό που θα αφήσει η κατάρρευση της δημοκρατίας και των δικαιοκρατικών αρχών. Τώρα, που το φίδι βγήκε από το αυγό του και περιφέρεται στις γειτονιές, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εξασφαλίσει ότι η επιβίωση του λαού, οι δικαιωματοκρατικές αξίες και η δημοκρατία θα πρέπει να επιδιώκονται και να διασφαλίζονται ταυτόχρονα. Αλλιώς, θα τα χάσουμε και τα τρία. Αυτή θα είναι η ασύγγνωστη ακαιρία της στρατηγικής μας.

Το αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 άρχιζε με μια φράση δηλωτική του συντακτικού υποκειμένου, που ασκεί την εξουσία του και εκφράζει την κυριαρχική του βούληση, κατά τον συνταγματικό καθορισμό του πολιτεύματος: «Εμείς, ο λαός…». Αυτό πρέπει να κάνει, τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ: Να μας καλέσει να πούμε και πάλι τη φράση που διατρανώνει την αξία του δημοκρατικού αυτοκαθορισμού του λαού, του φορέα της κυριαρχίας. Πρέπει να μας καλέσει, όπως είχε κάνει ο κατεξοχήν φορέας του δημοκρατικού πατριωτισμού, το ΕΑΜ, να αναφωνήσουμε και πάλι: «Εμείς, ο λαός!».

Πηγή:Ενθέματα



Sunday, 27 January 2013

Πολίτευμα και σύστημα- Καναβούρης Κ. (ΑΥΓΗ)





Ε, λοιπόν, όχι. Ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ δεν κάνει καλά τη δουλειά του ως αξιωματική αντιπολίτευση, δηλαδή ως κορυφαία συστατική συνθήκη, συνταγματικά κατοχυρωμένη, αυτής της έρμης της δημοκρατίας, στης οποίας το όνομα τόσοι και τόσοι ομνύουν μόνο και μόνο για να μπορούν ευκολότερα να την καννιβαλίσουν. Και δεν κάνει καλά τη δουλειά του επειδή ανέχεται να υβρίζεται ολοένα και πιο χυδαία από τους εχθρούς της δημοκρατίας, δημιουργώντας έτσι σύγχυση κριτηρίων και άρα παρεμπόδιση -που είναι και ο σκοπός του σκοτεινού συστήματος- της ορθής κρίσεως. Δεν κάνει καλά τη δουλειά του επειδή αποδέχεται τη θέση του κατηγορούμενου από τη στιγμή που απολογείται, κραυγάζοντας έστω, προσπαθώντας να αποσείσει τις κατηγορίες που του αποδίδονται από ύποπτα, γελοία και απολύτως συνειδητοποιημένα υποκείμενα της κάθε παρασυνταγματικής δραστηριότητας. Και όταν λέμε παρασυνταγματικής δεν εννοούμε μόνο της τωρινής φυσικά.





Ε, ναι λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πράγμα με απρόβλεπτες τραγικές συνέπειες για τη χώρα και τον λαό της, επειδή στην πολιτική του οπτική δεν υπάρχει ο λεπτός, αλλά θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ συστήματος και πολιτεύματος



Έχω την αίσθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ έχει πέσει στη λούμπα του "ενοχικού συνδρόμου μπροστά στην εξουσία", την τρέχουσα εξουσία. Σε ρωτάει, ας πούμε, ο μπάτσος: "Τι έχεις εκεί μέσα;". Κι εσύ, ενώ ξέρεις ότι μέσα στο σακίδιο κουβαλάς τα λίγα χρειώδη της καθημερινότητας, αισθάνεσαι ένοχος... Και ανακουφίζεσαι όταν στο κάθε τυχαίο άθυρμα του ένστολου συμμοριτισμού, στον οποίο προΐσταται ο Δένδιας, αποδεικνύεις ότι δεν είσαι τρομοκράτης, αν και το τελευταίο παίζεται: αν υπάρχει διαταγή να θεωρηθείς ύποπτος, πάει και τέλειωσε. Θα θεωρηθείς. Και θα οδηγηθείς για τα περαιτέρω υπό τις αβρές χειρονομίες αυτού του σκοτεινού θιάσου φασιστικής παντομίμας που ονομάζεται Ελληνική Αστυνομία. Αυτού του στρατού κατοχής που με τα όπλα και τα ρόπαλα στα χέρια υπερασπίζεται τη σκληρή ενοχή του συστήματος έναντι του πολιτεύματος το οποίο ονομάζεται δημοκρατία.


Ε, ναι λοιπόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ δεν κάνει καλά τη δουλειά του, πράγμα με απρόβλεπτες τραγικές συνέπειες για τη χώρα και τον λαό της επειδή στην πολιτική του οπτική δεν υπάρχει ο λεπτός, αλλά θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ συστήματος και πολιτεύματος. Και έτσι φτάνει να απολογείται στο σύστημα, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο υπερασπίζεται το πολίτευμα. Και όταν λέμε σύστημα, φυσικά εννοούμε το πολυδαίδαλο, πολυπλόκαμο και πολύπλαγκτο σύστημα εξουσίας το οποίο δρα αυτόνομα και ανεξέλεγκτα και κάποτε απολύτως διαφορετικά από το πολίτευμα.






Ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, λοιπόν, απαντά ιδεοληπτικά σε θέσμια κάποιας κανονικής συνθήκης πολιτεύματος η οποία δεν υφίσταται. Και πολύ περισσότερο -τραγικό πολιτικό λάθος- απαντά αντί να ερωτά. Αλλά έτσι δημιουργείται μια "αφύσικη" "φυσική" πραγματικότητα, όπου το ποτάμι έχει μονάχα μια όχθη. Οπότε δεν χρειάζεται να το διασχίσεις, αφού το "απέναντι" δεν υπάρχει. Και τότε όλα γίνονται ένας πολτός. Η βία, η νομιμότητα, η ιεράρχηση, η εναλλακτικότητα, η ποιότητα, η ίδια η δημοκρατία τελικά, γίνονται ένας βορβορώδης πολτός. Όπου μέσα στη δυσωδία και την αποφορά πλέει απαλά το σύστημα εξουσίας, αφού αυτό είναι το φυσικό του περιβάλλον. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ κάθεται και απολογείται. Απέναντι σε ποιον; Απέναντι στο αβερωφείδιον Αντώνη Σαμαρά, που εντός της Βουλής (στην οποία ποτέ δεν πατάει το πόδι του) παραβίασε, μαζί με τα λιμά του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., την αρχή της μυστικότητας της ίδιας της ψήφου. Αδίκημα, το οποίο θα οδηγούσε στη φυλακή τον τελευταίο πολίτη του τελευταίου εκλογικού τμήματος αυτής της χώρας. Το διέπραξε ο πρωθυπουργός της ίδιας χώρας έτσι χαλαρά. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ έλειπε σε ταξίδι για δουλειές. Δουλειές με φούντες: να χαλάει φαιά ουσία για να απαντήσει στον Βαγγέλη Βενιζέλο. Σε ποιον; Σ' αυτό το υποκείμενο, που σε όλη του την πολιτική ζωή κινήθηκε θεμοσθετώντας τα όρια -κατά το δοκούν- της πολιτικής και της ποινικής παρανομίας. Σ' αυτόν τον ακραία περιφρονητικό άνθρωπο προς οτιδήποτε ευρίσκεται πέραν του μουσολινικού εγώ του. Σ' αυτόν που όζει (που βρομάει και ζέχνει) από μακριά και μόνο από τον λόγο ότι ποτέ, μα ποτέ ο μαυρόδουλος απεφάνθη ή νομοθέτησε υπέρ του λαού. Με θεσμικά εγκλήματα κάποιες (ουκ ολίγες) φορές, όπως ο νόμος περί ευθύνης υπουργών. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ αναπτύσσει επιχείρημα απάντησης στον ουτιδανό του συστήματος, αντί να αναπτύξει επιχείρημα μιας "ιδίοις χερσίν" υπεράσπισης του πολιτεύματος.


Για να μην πάμε στον ηλίθιο Κεδίκογλου, που αποδεικνύεται απολύτως επιτυχημένη επιλογή του συστήματος ως εμβρυουλκού ενοχής του αντιπάλου. Όπου ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ μαλώνει με τον Κεδίκογλου σαν τις κυράτσες για το ποια θ' απλώσει τα ρούχα στην ταράτσα, ενώ ο εργολάβος έχει πάρει την άδεια να κατεδαφίσει το σπίτι. Κι από πάνω σε κατηγορεί ότι εμποδίζεις την κατεδάφιση. Και ο εργολάβος, και ο Κεδίκογλου. Ε, δεν πάει έτσι. Όταν τα γραφεία του κυβερνητικού κόμματος της Ν.Δ. αποδεικνύονται γραφείο εκτροπής του πολιτεύματος που χαλκεύει κατηγορίες εναντίον της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν πας καταγγέλλοντας. Πας αναδεικνύοντας τη δημοκρατία: το πολίτευμα εναντίον του συστήματος. Αλλιώς...





Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας

Αναλυτικά το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστερ...