Σκότωσαν έναν άνθρωπο
Έναν άνθρωπο που ήταν κάποτε παιδί
Σ’ ένα μεγάλο τοπίο
Μια κηλίδα αίμα
Σαν ήλιος που βασιλεύει.
Πολ Ελυάρ
Σκότωσαν έναν άνθρωπο
Έναν άνθρωπο που ήταν κάποτε παιδί
Σ’ ένα μεγάλο τοπίο
Μια κηλίδα αίμα
Σαν ήλιος που βασιλεύει.
Πολ Ελυάρ
Νανούρισμα -Άρης Αλεξάνδρου
Κοιμήσου και πλαγιάσανε τ’ αστέρια στις παντιέρες
είν’ το φεγγάρι στη σκοπιά κι ο ΕΛΑΣ στα καραούλια
κ’ έχεις κουβέρτα σύγνεφο και κούνια σου την πέτρα.
Κοιμήσου μέρα κόκκινη της άνοιξης αχείλι
πόχεις τον ήλιο στην καρδιά τη λευτεριά στα μάτια
και σε παινάει το δειλινό και σε ζουλεύει η αυγούλα.
Κοιμήσου κ’ έπιασε δουλειά των μπουμπουκιών η βάρδια
τα δέντρα ανασκουμπώθηκαν έβαλε μπρος ο γήλιος
να βγάλει το πεντάχρονο τα κόκκινα κεράσια.
Κοιμήσου και το Πάσχα μας προκήρυξη θα βγάλει
το γέλιο σου το σύνθημα καλοκαιριάς ελπίδα
να το μοιράσει η θάλασσα στων λιμανιών τις πόρτες.
Κοιμήσου και παράγγειλα στην ΕΣΣΔ ένα τραγούδι
να σου το λένε οι όμορφες να σου το λέει ο Μάης
να το χορεύει η ξεγνοιασιά ν’ ακούει ο κόσμος όλος.
Ποίημα της συλλογής «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946)
που μετά δημοσιεύτηκε στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974.

Όχι, δεν θα πεθάνουμε.
Οι βρόντοι που ακούς
που κάνουν τα παράθυρα να τρίζουν και ξεκολλάν κομμάτια
απ' το ταβάνι, ένα παιχνίδι είναι αυτό
που παίζουν οι ανθρώποι
Δική μας δουλειά είναι να κουρνιάσουμε στα σκοτεινά όσο μπορούμε
και να μετράμε τους χτύπους της καρδιάς μας.
Όμορφα. Έτσι μπράβο. Βάλε το χέρι σου
επάνω στην καρδιά μου κι εγώ θα ακουμπήσω τη δική σου
Αυτός που θα κερδίσει από τους δυο μας
θα είναι αυτός που θα χαρεί και με το παραπάνω το παιχνίδι
όσο αυτό κρατήσει.
Ναι, σίγουρα θα κρατήσει πολύ.
Μπορείς να βάλεις το αυτί σου αντί για το χεράκι σου
Εδώ που είν' η καρδιά μου.
Έγινε πιο γοργός ο χτύπος της; Για σένα χτυπάει έτσι
Για σένα σπλάχνο μου όλα γίνονται
για σένα υπάρχει ο κόσμος.
Όχι, δεν είναι κανένας ξένος που σέρνει με θόρυβο τις μπότες του στο σπίτι
Ναι, εγώ είμαι εδώ. Θα περάσουν όλα.
Θυμάσαι που παίζαμε σκάκι; Θυμάσαι
που παίζαμε κρυφτό;
Το τραγούδι που σε νανούριζε η μανούλα; Έλα να το πούμε μαζί
Είναι κι αυτή εδώ μαζί μας, ναι. Πρέπει όμως να το πεις
από μέσα σου, δεν κάνει να ακουστεί φωναχτά. Θα της αρέσει της μαμάς.
Όχι, αυτά δεν είναι βήματα βαριά από στρατιώτες
Τραγούδα. Τραγούδα πιο δυνατά.
Δεν είναι ήχος από μπότες αυτό που ακούγεται.
Άσε με να σου δείξω πώς έκλαψα όταν γεννήθηκες
Δεν είναι βήματα από μπότες.
Δεν είναι οι σειρήνες που ακούς.
Κλείσε τα μάτια σου. Σαν να παίζουμε σκάκι, σκέψου πως παίζουμε κρυφτό
Μόλις κερδίσεις την πίστα από το παιχνίδι θα έχεις μια ζωή ακόμα

Εμένα μου φτάνει,
Μου φτάνει μοναχά να πεθάνω στη γη της Παλαιστίνης
εκεί να έχω τον τάφο μου
στο χώμα της να λιώσω, να χαθώ
και πάλι να βλαστήσω σαν λουλούδι
να με χαρεί ένα παιδάκι απ' την πατρίδα μου
Μου φτάνει που θα είμαι για πάντα
στην αγκαλιά της χώρας μου
κοντά της, σαν μια χούφτα σκόνη
σαν ένα φυλλαράκι χλόης,
ένα αγριολούλουδο.

(ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)
Τῷ φίλω Μ.Ἄν.
Πόσες χιλιάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.
Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.
Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».
Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».
Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.
...........................................................................................
Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὴ μάνα σου τὴν ἅγια
σ᾿ ἐνοχλοῦσε καὶ σένα τὸ κατεστημένο,
δὲν εἶδες γύρω σου χιλιάδες τὰ ναυάγια
δὲν τὸ χαμπάρισες πὼς τὸ παιχνίδι ἦταν στημένο.
Έβαλα το πηλήκιό μου στο κλουβί
και βγήκα με το πουλί στο κεφάλι
Ώστε λοιπόν
δε χαιρετάμε πια
ρώτησε ο διοικητής
Όχι
δε χαιρετάμε πια
απάντησε το πουλί
Α, καλά
Με συγχωρείτε νόμιζα πως χαιρετάμε
είπε ο διοικητής
δεν είναι θέμα όλοι κάνουμε λάθη
είπε το πουλί.
Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
Από την ποιητική συλλογή του Ιωάννη Πανουτσόπουλου «Πράξεις των Αποστόλων» (εκδ. Τόπος).
Σ’ αυτόν τον κόσμο είναι όλα τακτοποιημένα
Τόσο εξασφαλισμένο ότι ο σπινθήρας δεν θα βάλει φωτιά
Η επανάσταση έχει τόσο πολύ αντιγράψει τη συντήρηση
Τα πνευματικά δικαιώματα του επιτηρούμενου καταλήγουν
Απρόσκοπτα στην τσέπη του επιτηρητή
Και μόνον η ανταρσία του φυσικού κόσμου υπενθυμίζει
Τον τρόπο που έχουν δεθεί τα γήινα με τα επουράνια
Όταν ακόμα και στην πιο ανέφελη μέρα
Νιώθουμε την ανάγκη να δεηθούμε σ’ ένα σύννεφο
Ένα σύννεφο με παντελόνι
Ασορτί με το καλό μας κασκέτο.
(«Δεόμενοι στην επανάσταση», αποσπ.)

Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Πρόλογος- Κώστας Βάρναλης
| Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός. Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"! ― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε; Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά. Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά. Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! - έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας. Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά... H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά. Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! |
| (από τα Ποιητικά, O Kέδρος 1956) |

Άρης Αλεξάνδρου: Με τι μάτια τώρα πια
Το ποίημα περιέχεται στη
συλλογή Ευθύτης οδών (1959).
Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από
φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα
κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι
ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να
απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να 'σφιγγες τα
δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα
χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν' αρπαζόσουνα από
'να φύλλο πράσινο
απ' τα γυμνά κλαδιά
απ' τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός
του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα 'μπηγες τα
νύχια
και να τραβούσες έτσι
πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που
τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του
γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για
να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες
ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον
φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη
γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του
καταρράχτη
να 'χεις μια στέγη σίγουρη σαν
άστρο
να χωράει το σπίτι μας την
καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες
πολύ
και τώρα με τι χέρια να
'ρθεις και να μ' αγγίξεις μέσ'
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ
που 'χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν
ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις
πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας
κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο
ποτίζει η θλίψη

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
"Εγώ
που η σύγχρονη γενιά μου γέλασε κατάμουτρα,
διακρίνω αυτόν που φτάνει
μες απ’ τις οροσειρές του χρόνου,
διακρίνω αυτόν που κανένας δε
βλέπει.
Εκεί που τ’ ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο,
βλέπω να
καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι
της επανάστασης
το 1916.
Κι ανάμεσά σας είμαι εγώ
ο Πρόδρομός του,
κ’ είμαι όπου βρίσκεται κι ο πόνος, πάντοτε παντού.
Πάνω σε κάθε μια
σταλαματιά του νέφους των δακρύων
έχω σταυρωθεί.
Τίποτα πια δεν είναι
για συγγνώμη.
Κι όταν τον ερχομό του διαλαλώντας
ανταριασμένοι
θα
βγείτε να δεχτείτε τον Σωτήρα,
εγώ για σας
θα ξερριζώσω την καρδιά μου
θα την ποδοπατήσω
κ’ έτσι μεγαλωμένη
και καταματωμένη
θα σας τη δώσω για σημαία."

ΑΜΝΗΣΙΑ Μιχάλης Γκανάς
Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα
σβήνει την προηγούμενη και πάει.
Άλλοτε σβήνει την επόμενη,
καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα.
Βροχές θυμάμαι και πουλιά
και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου.
Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου,
τα φοβερά καθέκαστα της επομένης,
και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά,
με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω,
για να προλάβω τις παραγγελίες.
Χιόνια θυμάμαι και βουνά
και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου.
Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου,
πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι.
Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες,
δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους.
Γριές και γέροι και παιδιά,
μεσήλικες θλιμμένοι.
Μάτια θυμάμαι και φωνές,
πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε
κι επιτέλους
αν ο λόγος είναι άργυρος
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις
που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα
μού ‘λεγαν: «σώπα».
Στο σχολείο μού ‘κρυψαν την αλήθεια τη μισή
και μού ‘λεγαν: «εσένα τι σε νοιάζει; σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο αγόρι
που ερωτεύτηκα και μού ‘λεγε:
«κοίτα, μην πεις τίποτα, και…σώπα!»
Κόψ’ τη φωνή σου, μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια
«τι σε νοιάζει, μού ‘λεγαν,
θα βρεις το μπελά σου – τσιμουδιά, σώπα».
Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι:
«μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, και σώπα».
Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά και τα ‘μαθα να σωπαίνουν.
Ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός
κι ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή που του έλεγε «σώπα».
Στα χρόνια τα δίσεχτα οι γείτονες με συμβούλευαν:
«μην ανακατεύεσαι, πες πως δεν είδες τίποτα και σώπα».
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή
μας ένωνε όμως το «σώπα».
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι κι οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «σώπα»,
και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη
αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά και φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα
κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το «σώπα».
Μεγάλη τέχνη αυτή, το «σώπα».
Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου, στην πεθερά σου
κι αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέταχ ‘την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο απ’ τη στιγμή
που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα ‘χεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δεν θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απ’ το βραχνά
να μιλάς χωρίς να μιλάς
να λες «έχετε δίκιο, είμαι με ‘σας».
Αχ, πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς
και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις
κόψε τη γλώσσα σου.
Για να ‘σαι τουλάχιστον σωστός
στα σχέδια και τα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς
κρατώ τη γλώσσα μου
γιατί νομίζω πως θα ‘ρθει η στιγμή
που δε θ’ αντέξω
και θα ξεσπάσω και δε θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω μ’ έναν φθόγγο
μ’ έναν ψίθυρο μ’ ένα τραύλισμα με μια κραυγή
που θα μου λέει: ΜΙΛΑ !
[Κι ήθελε ακόμη…]
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σʼ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.
Εκεί, προσεχτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.
Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολοιν αιώνιο !
Αν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
Ο τροχαίος σʼ αναγκάζει να διαβάσεις, όπως πρέπει,
την υπόθεση του τρίτου στίχου: Αν γράφει, όχι ό τ α ν·–
επομένως λόγος υποθετικός στον νου κινιόταν
μέσα του κυρ-Κώστα (: λόγος που δεν αμφιρρέπει
μεταξύ υποθέσεως και χρόνου μεν, αλλʼ αποτρέπει
περιέργως την ορθήν ανάγνωση…). Όμως, σαν να ερχόταν
πάντα ανάπαιστος με δυο ιάμβους δίπλα-δίπλα σού φαινόταν,
και χανόταν έτσι με το μέτρο καί το νόημα. Κρέπι
πένθους ας κρεμάσει εκείνος που εγκύπτει στου Καρόλου
Μαρξ τις διδαχές κι ανέχεται εσφαλμένες αναγνώσεις
στίχων! Πώς, μετά, στων τάξεων την πάλη θα νικήσει;
Πώς θα μάθει ποιό είνʼ το μερικό, και ποιό ʼναι το καθόλου;…
Διάβαζε σωστά και ξύπνα, σύντροφε! Έτσι ε σ ύ θα νιώσεις
πώς, μα και γιατί ο ντουνιάς μονοτάρι θα γυρίσει
upside down – κανείς δεν θα σου λείπει να σε διαφωτίσει:
ξ ύ π ν α απλώς εσύ, κι η πλάση θα ʼχει κιόλας κο-κκι-νί-σει.

Θὰ σας περιμένω μέχρι τα φοβερὰ μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δὲν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω απὸ το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα ἔχει πολλή ξηρασία.

«Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,
ένα τσαμπί σταφύλι από τ’ αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.»
Νίκος Γκάτσος
Αναλυτικά το «Μανιφέστο για τη Συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστερ...